Παράλιο Άστρος
logo: Το Άστρος της Θαλάσσης
Αναζήτηση Go

Λάμπρος Κωνσταντάρας, ένας υπέροχος ηθοποιός

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 13-03-2013 02:01:05 pm | από nskarmoutsos

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ήταν γεννημένος στης 13 Μάρτιου του 1913 στην Οδό Πλουτάρχου 13. Ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογενείας χρυσοχόων από τη Κωνσταντινούπολη που ήρθε στην Ελλάδα προτού ξεσπάσουν τα γεγονότα του 55.

“Ο Αριθμός 13 ίσως έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ζωή αν και τον τον ενοχλούσε η αλληλουχία του 13 στη ζωή του, αλλά όντας και φοβητσιάρης είχε βρει τρόπο να το ξεπερνά”, Δημήτρης Κωνσταντάρας

Το 1930, έφηβος ακόμη, κατατάχθηκε μετά από επιμονή της οικογένειάς του και χωρίς την δική του θέληση στην Σχολή Υπαξιωματικών Ναυτικού στην Κέρκυρα, από όπου τελικά δραπέτευσε κολυμπώντας. Γλύτωσε το Στρατοδικείο μετά από ενέργειες της οικογένειάς του.

Η οικογένεια ήθελε ο Λάμπρος να σπουδάσει χρυσοχοΐα για να περάσει στα χέρια του το χρυσοχοείο που διατηρούσαν στο κέντρο της Αθήνας. Για αυτό τον έστειλαν και στην Γαλλία. Ο Λάμπρος όμως είχε άλλα σχέδια. Οι δικοί του ανακάλυψαν ότι τα χρήματα που του έστελναν εκείνος τα χρησιμοποιούσε για να εξασφαλίζει στον εαυτό του μια υπέροχη μποέμικη ζωή. Χωρίς να διστάσει η οικογένεια Κωνσταντάρα έκοψε τα εμβάσματα και ο Λάμπρος, για να βγάλει τα προς το ζην, έγινε κομπάρσος στο θέατρο ΑΤΕΝΕ του Λουί Ζουβέ.

Για εντελώς βιοποριστικούς λογούς δούλευε και σαν φωτομοντέλο σε διαφημίσεις των «Πεζο» και «Φίλιπς» και κυρίως του μεγαλύτερου ράφτη του Παρισιού, του Κριντ. Όπως θυμάται, έπαιρνε 200 φράγκα τη φωτογραφία και έτσι μπόρεσε να ανανεώσει τη γκαρνταρόμπα του και να γνωρίσει καλύτερο κόσμο του “Μον Παρνάς”. Στη συνέχεια σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Λουί Ζουβέ στο Παρίσι (1931) και έπαιξε στο γαλλικό θέατρο και τον κινηματογράφο σε ρόλους ζεν πρεμιέ με το όνομα Κωστάν Νταράς (Constant D’ Aras). Η κινηματογραφική του καριέρα στο Παρίσι περιλαμβάνει συμμετοχές σε ταινίες όπως: “Πόρτο Φράγκο”, “Ο τελευταίος Ροβινσώνας”, “Ανεβαίνοντας τα Ηλύσια” ενώ είναι άγνωστος ο τίτλος της τελευταίας) και σε μία ελληνική που γυρίστηκε στην Αίγυπτο το 1950, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία γι αυτήν την ταινία.

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έπαιξε στο ελληνικό θέατρο για 40 χρόνια, μετέχοντας σε 191 παραστάσεις. Εμφανίστηκε σε πολλές ελληνικές πόλεις, καθώς επίσης και στην Κύπρο, την Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια. Το πρώτο του θεατρικό ντεμπούτου το κάνει το 1937 στην Γαλλία , και ένα χρόνο αργότερα κάνει και το ντεμπούτο του στα αθηναϊκά θέατρα, στο έργο “Τα παράσημα της γριούλας”.  Ακολούθησαν ρόλοι σε έργα όπως «Το στραβόξυλο», «Ο μισάνθρωπος», «Ο παίχτης», «Η κυρία χωρίς καμέλιες» και «Τα παιδιά του Εδουάρδου».

Η παρουσία του Λάμπρου Κωνσταντάρα υπήρξε ιδιαίτερα έντονη στο θέατρο. Αρχικά συμμετείχε σε διάφορους θιάσους, πολύ γρήγορα χρίστηκε πρωταγωνιστής, παίζοντας για αρκετές σεζόν με την κα Κατερίνα, ως συνθιασάρχης, στη συνέχεια με τον Μάνο Κατράκη, με τη Μιράντα, με την Έλσα Βεργή, τη Βίλμα Κύρου, την Τζένη Καρέζη, την Μάρω Κοντού, την Έλλη Λαμπέτη κ.ά.,παρουσιάζοντας έργα όπως «Η θεατρίνα» του Σώμερσετ Μωμ, «Παράξενο Ιντερμέτζο» του Ευγένιου Ο’ Νηλ, «Ροζ αμαρτία» των Ν. Τσιφόρου- Πολ. Βασιλειάδη, «Κρατικές υποθέσεις» του Λουί Βερνέιγ, «Η βροχή» του Σώμερσετ Μωμ, «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» των Ασ. Γιαλαμά –Κ. Πρετεντέρη, «Τσιν-Τσιν» του Φρανσουά Μπιλετντό, κ.ά.

Η τελευταία του παράσταση ήταν τον χειμώνα του 1978 με τον θίασο Λάμπρου Κωνσταντάρα – Νίκου Ρίζου – Μάρως Κοντού στο μιούζικαλ «Τρελλές επαφές ρωμέικου τύπου» του Κώστα Πρετεντέρη.

Στον ελληνικό κινηματογράφο, η πρώτη ταινία που συμμετείχε ήταν “Το τραγούδι του χωρισμού ” το 1940. Το πηγαίο ταλέντο του Λάμπρου Κωνσταντάρα διαφαίνεται μέσα από τη μεγάλη γκάμα των ρόλων που ερμήνευσε, τόσο στον κινηματογράφο, όσο και στο θέατρο. Στα πρώτα του βήματα εμφανίστηκε σε δραματικούς ρόλους, ακόμη και ως ζεν-πρεμιέ, ενώ στη συνέχεια ειδικεύτηκε σε πιο κωμικούς, ως φίλος ή πατέρας -καλοσυνάτος, ανοιχτόκαρδος, ακόμη και αυστηρός πότε – πότε γυναικάς και χιουμορίστας. Η καριέρα πέρασε από τρεις φάσεις με την ίδια πάντα επιτυχία: του ζεν-πρεμιέ (1940-1956), του πατέρα γνωστών πρωταγωνιστριών (1958-1966) και του μεσόκοπου Δον Ζουάν (1967-1974). Το απόγειο της καριέρας του φυσικά ήρθε όταν οι συγγραφείς έγραφαν ρόλους πάνω του. Συνολικά έπαιξε σε 75 ελληνικές ταινίες (και τέσσερις γαλλικές). Η τελευταία ταινία ήταν “Ο Λαμπρούκος Μπαλαντέρ” το 1981. Το σενάριο της ταινίας γράφτηκε από το γιο του Λάμπρου Κωνσταντάρα, Δημήτρη Κωνσταντάρα. Δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στην απουσία κάποιων φθόγγων από τις λέξεις που έπρεπε να ερμηνεύσει ο διάσημος ηθοποιός, εξαιτίας των λεκτικών δυσκολιών, που αντιμετώπιζε ύστερα από ένα εγκεφαλικό που είχε υποστεί μερικά χρόνια πριν.

Στην τηλεόραση ξεχώρισε με το ρόλο του γυναικοκατακτητή Ζάχου Δόγκανου στο σήριαλ που προβλήθηκε στην ΥΕΝΕΔ «Εκείνες και εγώ» το 1976. Η σειρά αποτελούταν από 86, δεκαπεντάλεπτες χιουμοριστικές αυτοτελείς ιστορίες. Από την πρώτη σειρά σώζεται σήμερα ένα επεισόδιο αλλά το αρχειακό υλικό της ΕΡΤ δεν έχει ψηφιοποιηθεί ακόμα ώστε να γίνει διαθέσιμο στο αρχείο της ΕΡΤ.

Η αυλαία της ζωής του έπεσε στις 28 Ιουνίου του 1985.

Τιμήθηκε με το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1969, για την ερμηνεία του στη ταινία “Ο Μπλοφατζής”. Έχει τιμηθεί επίσης με το Μετάλλιο Τραυματία Πολέμου 1940-41 και με το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α’. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του πάντως ήταν η κατάκτηση όλων των Ελλήνων που τον αγάπησαν τόσο ως ηθοποιό όσο και ως άνθρωπο.

Στη προσωπική του ζωή…

“Καθόμασταν στην κουίντα και τον χαζεύαμε. Ήταν καλλονός ο μπαγάσας, σπουδαίο πράμα για εκείνη την εποχή. Και δεν είναι που έπαιρνε όλους τους ρόλους, το χειρότερο ήταν που μας έπαιρνε κι όλες τις γυναίκες!”, Μίμης Φωτόπουλος

Το 1945 κάνει το πρώτο του γάμο με την επίσης ηθοποιό Γιούλη Γεωργοπούλου και το 1946 αποκτάει τον μονάκριβό του γιο Δημήτρη, δημοσιογράφο και πρώην βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος του χάρισε δυο εγγόνια, την Παυλίνα το 1974 και τον Λάμπρο το 1979. Ο πρώτος του γάμος όμως δεν κρατάει για πολύ. Ο Λάμπρος ήταν λάτρης των ωραίων γυναικών για αυτό και μερικοί έρωτες του είδαν το φως της δημοσιότητας, όπως αυτός με την Άννα Καλουτά και την Χριστίνα Σύλβα. Το 1971 κάνει και το δεύτερο γάμο της ζωής του με την Φίλιω Κεκάτου.

“Χαριτωμένος άνθρωπος, καλλιεργημένος, στοχαστικός στην πραγματικότητα, παρ όλη τη γλεντζέδικη ζωή του, ένας μοναχικός και εσωστρεφής καλλιτέχνης, γέμισε τη ζωή μας με ρυθμούς, ανεπανάληπτους χαρακτήρες, ευφάνταστους τύπους και πλούτισε την παραστασιολογία με σημάνσεις που δημιούργησαν πρότυπα. Το γεγονός πως δεν μπόρεσε κανείς να τον μιμηθεί και κανείς δεν τον αντικατέστησε σημαίνει ότι προσκόμισε στο θέατρό μας μια σπάνια υποκριτική γνησιότητα και μια βαθιά χαρακτηρολογική ελληνικότητα. Ήταν ένας Ζαν Γκαμπέν, ένας Ζαν Μαραί, ένας Φερναντέλ και ένας Λουί ντε Φυνές ταυτοχρόνως!”, Κώστας Γεωργουσόπουλος

Για όλους ο Λάμπρος Κωνσταντάρας θα είναι πάντα ο αγαπημένος γλεντζές, ο αρχοντάνθρωπος της ελληνικής μεγάλης οθόνης, ο εκπληκτικός Μαυρογιαλούρος, ο αμετανόητος μπλοφατζής, το χαριτωμένο γεροντοπαλίκαρο που όταν ερωτευόταν άκουγε μέσα του το χλιμίντρισμα του αλόγου, ο γλυκός πατέρας της Αλίκης, ο γαλανομάτης ηθοποιός που γέμιζε την οθόνη με το παρουσιαστικό του και προσέφερε άφθονο γέλιο με τις ατάκες και τις γκριμάτσες  του.  Ένας από τους πιο αγαπημένους Έλληνες ηθοποιούς.

Πηγή: ellhnikoicineirmoi.wordpress.com

Ζαν Ζακ Ρουσσώ - Jean Jacques Rousseau

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 02-07-2011 12:06:14 am | Αναδημοσίευση 02-07-2012 | από nskarmoutsos

Ζαν Ζακ Ρουσσώ (Jean-Jacques Rousseau, 28 Ιουνίου 1712 - 2 Ιουλίου 1778), Γάλλος συγγραφέας, φιλόσοφος και παιδαγωγός. Γιος ωρολογοποιού. Σε ηλικία 16 ετών έφυγε από την πόλη που γεννήθηκε και περιπλανήθηκε στην Ελβετία και στη Γαλλία κερδίζοντας τα μέσα για τη διαβίωσή του με διάφορες απασχολήσεις. Το 1741 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Από το 1743-1744 ήταν γραμματέας του Γάλλου επιτετραμμένου στη Βενετία, από όπου γύρισε πάλι στο Παρίσι. Συνεργάστηκε στην "Εγκυκλοπαίδεια" και για ένα χρονικό διάστημα συνδεόταν φιλικά με τον Ντιντερό. Από το 1762 ως το 1770 έκανε αδιάκοπες περιπλανήσεις (Ελβετία, Αγγλία κ.ά.), εξαιτίας των πολιτικών διωγμών. Το 1770 εγκαταστάθηκε στη Γαλλία. Στα έργα του "Κρίσεις για την προέλευση και τις βάσεις της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων", "Το κοινωνικό συμβόλαιο ή Αρχές πολιτικού δικαίου" κ.ά., ο Ρουσσώ ανέπτυξε τις απόψεις που αποτέλεσαν τη βάση των αιτημάτων της ισότητας κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Κέντρο των θεωρητικών ενδιαφερόντων του Ρουσσώ ήταν τα προβλήματα της προέλευσης της κοινωνίας, της κοινωνικής ανισότητας και της επίδρασης του πολιτισμού, στην ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Επικρίνοντας τον πολιτισμό της εποχής του και αποδεικνύοντας ότι η ανάπτυξη του πολιτισμού καταστρέφει την ανθρώπινη φύση, ο Ρουσσώ εξιδανίκευε τη "φυσική κατάσταση", στην οποία όλοι οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι και ίσοι. Η ανισότητα αναπτύχθηκε με την εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας, που οδήγησε στο σχηματισμό του κράτους και, με τον καιρό, και του δεσποτισμού. Έτσι η ανάπτυξη της ανισότητας παραβίασε το "κοινωνικό συμβόλαιο", που έφτιαξαν οι άνθρωποι κατά τη μετάβαση από τη φυσική κατάσταση στο κράτος, γι' αυτό και η ανισότητα δε συμβιβάζεται με τη φύση και πρέπει να εξαλειφθεί. Οπαδός της λαϊκής κυριαρχίας, ο Ρουσσώ θεωρούσε ιδανικό του κράτους τη μικρή πατριαρχική δημοκρατία, στην οποία όλοι οι πολίτες μπορούν οι ίδιοι και άμεσα να εγκρίνουν τους νόμους. Κατά τη γνώμη του η Ευρώπη έπρεπε να γίνει ένωση τέτοιων δημοκρατιών. Θεωρούσε νόμιμη την εξέγερση του λαού για την ανατροπή του δεσποτισμού και για την εγκαθίδρυση της λαϊκής κυριαρχίας. Αυτές οι ιδέες του Ρουσσώ αποτέλεσαν τη βάση της κοσμοθεωρίας και της δραστηριότητας των Ιακωβίνων (κυρίως του Μ. Ροβεσπιέρου, που θεωρούσε τον εαυτό του μαθητή του Ρουσσώ) και είχαν τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη της δημοκρατικής ιδεολογίας στην Ευρώπη.

Επικρίνοντας τη θρησκεία, την επίσημη εκκλησία και τη θρησκευτική αδιαλλαξία ο Ρουσσώ ήταν οπαδός του θεϊσμού, που τον αντιλαμβανόταν (σε διάκριση από τον Βολταίρο) σαν θρησκεία του αισθήματος. Ο Ρουσσώ πρόσεξε πολύ τα προβλήματα της παιδαγωγικής. Οι παιδαγωγικές απόψεις του αναπτύχθηκαν κυρίως στο μυθιστόρημα - πραγματεία "Ο Αιμίλιος ή Περί αγωγής" (1762). Ο Ρουσσώ θεωρούσε ελαττωματικό το σύστημα αγωγής. Η αγωγή στην κοινωνία της εποχής εκείνης, δεν ανέπτυσσε τις δυνάμεις και τις ικανότητες των παιδιών, αλλά μόνο τα γύμναζε Σε αντίθεση προς αυτό, ο Ρουσσώ πρότεινε την ιδέα της "φυσικής αγωγής": αγωγή των παιδιών έξω από την κοινωνία, στο ύπαιθρο και σύμφωνα με τη φύση. Κατά τη γνώμη του Ρουσσώ το παιδί είναι από τη γέννησή του μια ιδιόμορφη ολότητα και αποστολή του παιδαγωγού είναι να δημιουργήσει τις πιο ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη των φυσικών του "ολοκληρωμένων" βάσεων. Ο Ρουσσώ απέρριπτε τις τιμωρίες και τα ηθικά αποφθέγματα και υποστήριζε την πειθαρχία των "φυσικών συνεπειών". Η θεωρία της "φυσικής αγωγής", περιέχοντας νέα και προοδευτικά για εκείνη την εποχή στοιχεία (το σεβασμό της προσωπικότητας του παιδιού, τη μελέτη του, τον υπολογισμό των κατά ηλικία ιδιομορφιών των παιδιών, των ατομικών τους κλίσεων κλπ.), σε πολλά σημεία ήταν ουτοπική. Ουσιαστική θέση στην παιδαγωγική θεωρία του Ρουσσώ κατέχει η σκέψη ότι κάθε πολίτης στη λογικά οργανωμένη κοινωνία πρέπει να διαθέτει χρήσιμες γνώσεις για τη φύση και την κοινωνία, καθώς και συνήθειες επαγγελματικής και αγροτικής εργασίας, πρέπει να έχει διαπαιδαγωγηθεί με το πνεύμα του βαθύτατου σεβασμού προς την εργασία. Οι παιδαγωγικές απόψεις του Ρουσσώ είχαν μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη της πρωτοπόρας για εκείνη την εποχή παιδαγωγικής σκέψης. Ο Ρουσσώ έγραψε το μυθιστόρημα "Ιουλία, ή Νέα Ελοϊζα" (4 τόμ., 1762), το αυτοβιογραφικό "Εξομολογήσεις" (1782-89), καθώς και μερικές κωμωδίες. Στο μυθιστόρημα - πραγματεία "Αιμίλιος ή περί αγωγής", ο Ρουσσώ αναπτύσσει το θέμα της αγάπης ("Αιμίλιος και Σοφία"). Τα προβλήματα της μουσικής αισθητικής και της θεωρίας της μουσικής ο Ρουσσώ τα εξετάζει σε μια σειρά έργων ("Διατριβή για τη σύγχρονη μουσική" 1743, "Επιστολή στον κ. Γκριμ" 1751, "Επιστολή για τη γαλλική μουσική" 1753, "Μουσικό λεξικό" 1767, 2η έκδ.1768, "Εξομολογήσεις" 1789 κ.ά.). Ο Ρουσσώ έγραψε το κείμενο και τη μουσική για τη δημοφιλή όπερα "Ο μάγος του χωριού" (1752), για το μελόδραμα "Πυγμαλίων" (μουσική μαζί με τον Ο. Κουανιέ, 1762, παίχτηκε το 1770), καθώς και ρομάντσες.

Ο Ρουσσώ εκτός από συγγραφέας, φιλόσοφος, παιδαγωγός, ήταν και μουσικός. Ασχολήθηκε με τη σύνθεση, καθώς και με τη θεωρία της μουσικής. Το 1742 παρέδωσε στην εκεί Ακαδημία Επιστημών την εργασία του "Πραγματεία περί της μοντέρνας μουσικής", στην οποία ανέπτυξε και υπερασπίστηκε ένα καινούριο σύστημα στη μουσική σημειογραφία. Το 1745 συνέθεσε την όπερά του "Οι λεπτές μούσες" και αμέσως μετά ασχολήθηκε με τη συγγραφή μουσικών άρθρων στην "Εγκυκλοπαίδεια". Το 1767 δημοσίευσε το "Μουσικό Λεξικό" του. Τα περισσότερα μουσικά έργα του Ρουσσώ είναι όπερες: "Η ανακάλυψη του κόσμου", "Οι γιορτές του Ραμίρ", "Δάφνις και Χλόη" (ημιτελής), το μονόπρακτο μελόδραμα "Πυγμαλίων" (1770), "Ίφις και Αναξαρέτη" κ.ά. Στα έργα του ο Ρουσσώ και ιδιαίτερα στα τελευταία, αναζητεί την έκφραση της δραματικής αλήθειας με ένα νέο συνδυασμό της μουσικής, του λόγου και της κίνησης. Εγκαινιάζει ένα καινούριο είδος που πολύ καλλιεργήθηκε αργότερα από το συνθέτη Μπέντα στη Γερμανία και του οποίου η επιρροή συνεχίζεται στους συνθέτες των ημερών μας.

Πηγή: livepedia.gr

Κύριλλος Α´ Λούκαρις, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 27-06-2014 12:01:37 am | από nskarmoutsos

Ὅλη του ἡ ζωὴ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀδιάκοπον δραστηριότητα καὶ συνεχῆ ἀγωνίαν διὰ τὴν ἀκεραιότητα καὶ διασφάλισιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἐγεννήθη εἰς τὸ Ἡράκλειον τῆς Κρήτης τὸ 1572 καὶ εἶχε τὴν μεγάλην εὐκαιρίαν νὰ μαθητεύσῃ πλησίον τοῦ ὀνομαστοῦ διδασκάλου τῆς Σχολῆς τοῦ Σιναϊτικοῦ Μετοχίου, Μελετίου Βλαστοῦ. Μετὰ ἀπὸ τὰς ἐγκυκλίους σπουδάς του εἰς τὴν Κρήτην ἠκολούθησε τὸν δρόμον τῆς ἀνωτέρας καὶ ἀνωτάτης παιδείας πλησίον τοῦ διαπρεποῦς λογίου συγγραφέως, ἐπισκόπου Κυθήρων καὶ ἱεροκήρυκος Μαξίμου Μαργουνίου (1549-1602) εἰς τὴν Βενετίαν (1584-1588) καὶ κατόπιν εἰς τὸ φημισμένον Πανεπιστήμιον τῆς Παδούης ἀπὸ τὸ 1589 ἕως τὸ 1593. Τὸ 1593, εἰς ἡλικίαν 21 ἐτῶν, ἐχειροτονήθη διάκονος καὶ μετέπειτα πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν ἐπιφανῆ πατριάρχην Ἀλεξανδρείας Μελέτιον Πηγᾶ (1549-1601), ὁ ὁποῖος ἐνωρὶς διέκρινε τὰ προσόντα τοῦ νεαροῦ Κυρίλλου καὶ ἐφανέρωσε παντοιοτρόπως τὴν πατρικήν του φροντίδα.

Ὁ Κύριλλος συνεδέθη μὲ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὸν μεγάλον πατριάρχην Ἱερεμίαν Β´ τὸν Τρανόν. Ἐγνώρισε ἀπὸ κοντὰ τὰ προβλήματα τῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν καὶ μὲ τὸν αὐθορμητισμὸν ποὺ τὸν ἐχαρακτήριζε περιώδευσε τὴν νοτιοδυτικὴν Ῥωσσίαν καὶ ἰδιαίτερα τὴν Οὐκρανίαν διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὸ φρόνημα τῶν ὀρθοδόξων καὶ νὰ τοὺς προφυλάξῃ ἀπὸ τὴν προσηλυτιστικὴν προπαγάνδαν καὶ δρᾶσιν τῆς Οὐνίας.

Μόλις 30 ἐτῶν, τὸ 1601, διεδέχθη εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον Ἀλεξανδρείας τὸν Μελέτιον Πηγᾶν. Ὡς πατριάρχης Ἀλεξανδρείας (1601-1620) ἀναδιοργάνωσε οἰκονομικὰ τὸ πατριαρχεῖον, ἐπεσκεύασε ναούς, ἠσχολήθη συστηματικῶς μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου καὶ μὲ συνεχῆ ἀλληλογραφίαν συνειργάσθη στενῶς μὲ τὰς ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, τῆς Κύπρου καὶ τῆς ΝΔ. Ῥωσσίας. Τὸ 1612 καὶ διὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα τοῦ ἀνετέθη «ἡ ἐπιτήρησις» τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου. Ἄλλα πάντοτε τὸν ἀπασχολοῦσε τὸ πρόβλημα τῆς Οὐνίας εἰς τὴν ΝΔ. Ῥωσσίαν καὶ Κωνσταντινούπολιν. Θέλων νὰ ἐξισοῤῥοπήσῃ καὶ ὁμαλοποιήσῃ τὰς σχέσεις τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν ἔναντι τῶν πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς συνειργάσθη μὲ τὴν Ἀγγλικανικὴν ἐκκλησίαν μὲ τὴν πρόθυμον συμπαράστασιν τῶν πρεσβευτῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ὀλλανδίας εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἡ συνεργασία συνεχίσθη ἀργότερον μὲ τοὺς καλβινιστὰς θεολόγους τῆς Γενεύης. Εἰς τὰ πλαίσια αὐτῶν τῶν διαχριστιανικῶν προσεγγίσεων περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ νεαροῦ τότε Μακεδόνος καὶ μετέπειτα πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Μητροφάνους Κριτοπούλου (1589-1639) ὡς ὑποτρόφου εἰς τὴν Ἀγγλίαν διὰ σπουδάς, ἡ δωρεὰ πολυτίμου χειρογράφου, μὲ ἀραβικὴν μετάφρασιν, τῆς Πεντατεύχου εἰς τὸν ἀρχιεπίσκοπον Καντερβουρίας Land, καθὼς καὶ ἡ ἀποστολὴ σπουδαίου ἀλεξανδρινοῦ κώδικος τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τὸν βασιλέα τῆς Ἀγγλίας Ἰάκωβον Α´.

Ἡ πατριαρχικὴ Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως «τὸν ἐπ᾽ ἀρετῇ καὶ σοφίᾳ διαβόητον Κύριλλον Λούκαριν» ἀνεβίβασεν εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν θρόνον τὴν 4ην Νοεμβρίου 1620. Ὡς Οἰκουμενικὸς πατριάρχης ( 1620-1638 πατριάρχευσε πέντε φορές: α´ 1620-23, β´ 1623-33, γ´ 1633-34, δ´ 1634-35, ε´ 1637-38) εὑρέθη εἰς τὸ ἐπίκεντρον τῆς ὀξυτάτης διαμάχης Παπισμοῦ καὶ Μεταῤῥυθμίσεως. Αἱ ἐκκλησίαι τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπέφεραν ἀπὸ τὴν ἀσφυκτικὴν καὶ ἐξοργιστικὴν προπαγάνδα τῶν Ἰησουϊτῶν. Εἰς τὰς συστηματικὰς καὶ ἀλληλοσυγκρουόμενας κινήσεις Ἰησουϊτῶν καὶ Μεταρρυθμιστῶν συνέπραττε καὶ ἡ πολιτικὴ διπλωματία μὲ κάθε τρόπο καὶ μέσον, φανερῶς ἢ παρασκηνιακῶς. Γαλλία καὶ Αὐστρία προσέφεραν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν Ῥώμην, ὅπου ἡ Congregatio de propaganda fide ἠγωνίζετο ἐναντίον τοῦ Κυρίλλου: Ἐχρησιμοποίει ὡς ὅπλα τὸν ἐπηρεασμὸν τοῦ ἑλληνικοῦ κλήρου καὶ λαοῦ διαδίδοντας ὅτι ὁ πατριάρχης ἦτο καλβινιστὴς ἐνῷ ταυτόχρονα οἱ πρεσβευταὶ Γαλλίας καὶ Αὐστρίας ἀπαιτοῦσαν ἀπὸ τὴν Ὑψηλὴν Πύλην τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Πατριάρχου.

Πέντε φορὲς εἰς τὸ διάστημα τοῦτο τὸν κατέβασαν ἐκ τοῦ θρόνου του καὶ πέντε φορὲς μὲ τὴν ψῆφο τοῦ κλήρου καὶ τὴν συμπαράστασιν τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ ἀνέβηκε πάλιν εἰς αὐτόν. Ἀγγλικανοὶ καὶ Διαμαρτυρόμενοι (Ἄγγλοι, Ὁλλανδοί, Γερμανοὶ, Σουηδοί) ὑπεστήριζαν κάθε φορὰ καὶ πρὸς ἴδιον ὄφελος τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ Λουκάρεως. Μέσα εἰς αὐτὴν τὴν δίνη τῶν θρησκευτικοπολιτικῶν ἀνταγωνισμῶν καὶ τὸ ἐπικίνδυνον κλῖμα ποὺ εἶχε διαμορφωθεῖ ὁ Κύριλλος Λούκαρις ἐπολιτεύετο κατὰ τρόπον ποὺ θεωροῦσε ὅτι ἐξυπηρετοῦσε καλύτερον τὰ συμφέροντα τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶχε πλήρη συναίσθησιν τῆς κρισιμότητος τῶν καιρῶν καὶ τοῦ διαβρωτικοῦ ἔργου τῶν Ἰησουϊτῶν καθὼς διετύπωνε τὰς ἀπόψεις του: «Γυρεύουσι (οἱ Ἰησουίτες) τὸν χαλασμόν μας καὶ τὸν ἀφανισμὸν τοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅλης τῆς ἐκκλησίας τῶν Γραικῶν». Ἀλλὰ καὶ οἱ Καλβινισταὶ ἀπὸ τὴν πλευρά των χρησιμοποιοῦσαν πολιτικὴν δύναμιν, διπλωματίαν, χρήματα καὶ κάθε μέσον διὰ νὰ φέρουν κοντὰ εἰς τὰς δικάς των θέσεις τὸ Πατριαρχεῖον καὶ τὴν Ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν. Ἰδιαιτέρως ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ὁλλανδίας Κορνήλιος Haga ἐξαντλοῦσε ὅλη του τὴν ἐπιρ]ρ[οὴν εἰς αὐτὸν τὸν ἀδυσώπητον ἀγῶνα πλαισιωμένος ἀπὸ τὸν καλβινιστὴν θεολόγον Ἀντώνιο Leger, ὁ ὁποῖος μὲ φλογερὰ κηρύγματα, θεολογικὰς συζητήσεις καὶ διαπροσωπικὰς σχέσεις κατόρθωσε τελικὰ νὰ ἐπιρρεάσῃ τὸ στενὸν περιβάλλον τοῦ Πατριάρχου ποὺ τὸ ἀποτελοῦσαν ὁ Ναθαναὴλ Κωνώπιος, ὁ Μελέτιος Ποντόγαλος, ὁ Θεόφιλος Κορυδαλλεύς, ὁ Ἰωάννης Καρυοφύλλης. Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν οἱ Καλβινισταὶ τῆς Γενεύης ἐφρόντισαν νὰ ἐκδοθῇ καὶ νὰ κυκλοφορήσῃ ἡ Ἁγία Γραφὴ εἰς ἁπλοελληνικὴν μετάφρασιν, ἡ ὁποία ἔγινε ἀπὸ τὸν Μάξιμον τὸν Καλλιπολίτην. Ὁ Κύριλλος ἠναγκάσθη νὰ ἐγκρίνῃ τὴν μετάφρασιν τοῦ Καλλιπολίτου παρόλο ποὺ οἱ Καλβινισταί, μέσῳ αὐτῆς, διέδιδαν εἰς τὰ λαϊκὰ στρώματα τὰς θέσεις των προκαλῶντες σύγχυσιν. Ἀλλὰ ἡ σύγχυσις αὕτη μετεβλήθη εἰς χάος ὅταν οἱ Καλβινισταὶ τῆς Γενεύης ἐκυκλοφόρησαν τὸ 1629 εἰς πρώτην λατινικὴν ἔκδοσιν τὴν λεγομένην «Λουκάρειον Ὁμολογίαν» μὲ τὴν ὁποία ὁ πατριάρχης ἐνεφανίζετο εἰς τὸν χριστιανικὸν κόσμον ὅτι δέχεται τὴν διδασκαλίαν τῶν Καλβινιστῶν καὶ ἀπεμπολεῖ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν. Ἀπὸ τὸ 1629 μέχρι τὸ 1633 ἡ «Ἀνατολικὴ ὁμολογία τῆς χριστιανικῆς πίστεως» ἐκυκλοφόρησεν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως εἰς τὴν λατινικήν, τὴν ἑλληνικήν, τὴν γαλλικήν, τὴν γερμανικὴν καὶ ἀγγλικὴν γλῶσσα. «Ἡ κακόζηλος αὕτη Ὁμολογία διήγειρε πανταχοῦ εἰς τὰς ἐκκλησίας μέγιστον θόρυβον καὶ δυσπερίγραπτον ταραχήν, ἀπασχολήσασα οὐ μόνον ἐκκλησιαστικοὺς, θεολογικούς, ἀλλὰ καὶ πολιτικοὺς καὶ διπλωματικοὺς παράγοντας, πάντες δὲ σχεδὸν ἐθεώρησαν ἐν ἀρχῇ αὐτὴν ὡς ψευδεπίγραφον καὶ οὐχὶ ὡς γνήσιον τοῦ πατριάρχου ἔργον» (Ἰ. Καρμίρης). Πέρασαν ἔκτοτε τριακόσια καὶ πλέον χρόνια ἀπὸ τὴν πρώτην κυκλοφορίαν τῆς λεγομένης «Λουκαρείου Ὁμολογίας». Διαπρεπεῖς ἱστορικοί, θεολόγοι, ἐρευνητὲς προσεπάθησαν νὰ διαλευκάνουν τὸ σκοτεινὸν σημεῖον, ἂν πράγματι ὁ Λούκαρις ἦτο ὁ συντάκτης ἢ ὄχι τῆς ἀποδιδομένης εἰς αὐτὸν ἀπὸ τοὺς Καλβινιστάς, Ὁμολογίας. Ὁ ἴδιος ἠρνήθη πολλάκις προφορικῶς καὶ μὲ τὴν στάσιν του καὶ τὰς ἐπιστολάς του διεκήρυττε τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν του. Μέχρι τὸν θάνατόν του ὅμως δὲν τὴν ἀπεκήρυξε μὲ γραπτὸν κείμενον. Ἡ ἐκκλησία μὲ ἀλλεπάλληλας Συνόδους κατεδίκασεν τὴν Ὁμολογίαν ὡς αἱρετικὴν καὶ ξένην πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν τῶν Πατέρων.

Ἡ τραγικὴ φυσιογνωμία τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως εὑρέθη εἰς τὸ μέσον ἀντιτιθεμένων θρησκευτικῶν ῥευμάτων. Ἀπὸ τὴν μίαν οἱ Διαμαρτυρόμενοι ἐπάσχιζον νὰ προσεταιρισθοῦν τοὺς Ὀρθοδόξους εἰς τὸν ἀγῶνα των ἐναντίον τῶν Ῥωμαιοκαθολικῶν, ἀφοῦ ἔφθασαν ὡς τὸ ἀκραῖον σημεῖον νὰ χρησιμοποιήσουν καὶ τὸν ἴδιο τὸν Πατριάρχην μὲ τὴν «Λουκάρειον Ὁμολογίαν» διὰ νὰ διαδώσουν τὰς νεοφανεῖς θέσεις των. Ἀπὸ τὴν ἄλλην αἱ μηχανορραφίαι τῶν Ἰησουϊτῶν ἔφθασαν ἕως τὰ μὴ περαιτέρω. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀπροστάτευτος, ἔρημος καὶ προδωμένος ἐδικάσθη, κατεδικάσθη καὶ τῇ 27ῃ Ἰουνίου 1638 ἐστραγγαλίσθη. Τὸ σῶμα του ἐρρίφθη εἰς τὸν Βόσπορον. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, καθὼς σημειώνει ὁ Μ. Γεδεὼν «ἡ θάλασσα, ἥτις συμπαθοῦσα τῷ θαυμασιωτάτῳ τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπερμάχῳ, ἐξέβρασεν αὐτὸ (τὸ πτῶμα) παρὰ τὴν νῆσον Χάλκην». Ἐτάφη μὲ τιμὰς ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Παρθένιον τὸν Α´ (1639-1644) εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἱστορικοῦ μοναστηρίου τῆς Παναγίας τῆς Καμαριωτίσσης ἐν Χάλκῃ.

Πηγή: Οικουμενικό Πατριαχρείο

Τζακ Λέμον

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 27-06-2012 12:14:38 am | από nskarmoutsos

Ο Τζον Ούλερ "Τζακ" Λέμον ΙΙΙ (8 Φεβρουαρίου 1925 - 27 Ιουνίου 2001) ήταν Αμερικανός κωμικός ηθοποιός, βραβευμένος δύο φορές με Όσκαρ και διακριθείς στις Κάννες.

Από μικρός στα βάσανα

Ο Τζακ Λέμον γεννήθηκε στον ανελκυστήρα του νοσοκομείου Newton Mass με μια ελαφρά μορφή ίκτερου -κάτι που παρακίνησε τη μαία να παρατηρήσει: «Θεέ μου, είναι κίτρινος σαν λεμόνι (lemon)»!

Το όνομά του τον... καταδίωκε! «Jack, you lemon!» (Τζακ το λεμόνι) τού φώναζαν οι συμμαθητές του· και όταν έπιασε για την πρώτη του μεγάλη δουλειά, το 1947 στην Columbia, ο διευθυντής του στούντιο, Χάρι Κον, τον είπε κατά λάθος Lennon. «Θαυμάσια!» εξεμάνη ο Λέμον, «όπως ο Ρώσος Λένιν. Θα λένε ότι είμαι κομμουνιστής!»

Στην παιδική του ηλικία υπέστη 13 εγχειρίσεις, αλλά η αδύναμη φύση του δεν τον κράτησε μακριά από τον αθλητισμό: έγινε ικανότατος δρομέας, κάτι που άφησε όταν έγινε δεκτός στη φημισμένο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

Εκεί είχε μέτριους βαθμούς σε όλα πλην των θεατρικών σπουδών. Σκέφτηκε έτσι να σπάσει την οικογενειακή παράδοση (ο πατέρας του ήταν φούρναρης) και να επιδιώξει να υπηρετήσει την υποκριτική τέχνη. Μοιάζει άλλωστε σαν κινηματογραφική σκηνή η στιγμή που γνωστοποίησε στο σπίτι την απόφασή του:

«Πρέπει να το δοκιμάσω, ειδάλλως θα αναρωτιέμαι σε όλη μου τη ζωή» είπε στον πατέρα του, ζητώντας του να τον αφήσει να γίνει ηθοποιός. Όταν απάντησε καταφατικά στην ερώτηση εάν αγαπά την υποκριτική, τον άκουσε να του λέει πως «αυτό είναι καλό, γιατί την ημέρα που εγώ θα σταματήσω να είμαι ερωτευμένος με μια φρατζόλα ψωμί, θα παραιτηθώ»...

Δύο και να... καίνε!

Η καριέρα του Λέμον σημαδεύτηκε από το ντουέτο του με τον Ουόλτερ Ματάου. Οι δύο τους δημιουργούσαν... χάος στην οθόνη, πρωταγωνιστώντας σε αξέχαστες κωμωδίες: στο Κουλουράκι της τύχης (βραβείο Β ρόλου για τον Ματάου), στο Παράξενο ζευγάρι, στην Πρώτη σελίδα...

Ο Λέμον, συνώνυμος σχεδόν με την κωμωδία, εξέπληξε κοινό και κριτικούς το 1962, στην πρώτη του απόπειρα να ερμηνεύσει δραματικό ρόλο: ήταν στις Ημέρες κρασιού και λουλουδιών, όπου ενσάρκωσε έναν αλκοολικό που επιδιώκει να σύρει τη γυναίκα του (Λι Ρέμικ) στη συνήθειά του. Η ερμηνεία του τού απέφερε την πρώτη υποψηφιότητά του για Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου.

Και συνολικά είχε επτά «πρώτες» υποψηφιότητες, δύο για κωμωδίες και πέντε για δραματικές ταινίες. Στον Κύριο Ρόμπερτς (1955) πήρε το πρώτο Όσκαρ Β ανδρικού ρόλου και στο Σώστε τον τίγρη (1973) πήρε το αγαλματάκι Α ρόλου, υποδυόμενος έναν κατασκευαστή ρούχων που -παρά τα ιδανικά της νιότης του- υιοθετεί σκοτεινές μεθόδους στη δουλειά του.

Το φιλμ είχε απορριφθεί από τα περισσότερα στούντιο προτού η Paramount αποφασίσει να το υλοποιήσει -και, όταν το έκανε, έθεσε τον προϋπολογισμό μόλις στο ένα εκατ. δολάρια. Απτόητος ο Λέμον δέχθηκε να παίξει το ρόλο που επιθυμούσε, περικόπτοντας την αμοιβή του στα 165 δολάρια εβδομαδιαίως.

Αλλά το βράδυ του 1955 που κράτησε στα χέρια του για πρώτη φορά το πολύτιμο αγαλματίδιο είχε το στυλ που περίμενε κανείς από τον Τζακ Λέμον: κατάφερε να μετατρέψει τη βραδιά σε... κωμωδία! «Περίμενα ακουμπώντας σε μια ράμπα να με φωνάξουν για μια συνέντευξη -και μόνο μόλις προχώρησα είδα την πινακίδα που έγραφε φρεσκοβαμμένο. Έτσι ανέβηκα να παραλάβω το Όσκαρ με μια λευκή λουρίδα χρώματος στο πίσω μέρος του σμόκιν μου»...

Ο ορισμός του «καυτού»

Ο Τζακ Λέμον πετύχαινε να ενσαρκώνει στην οθόνη μοναδικά τον τύπο του καθημερινού ανθρώπου που ξαφνικά δέχεται το χτύπημα κάποιας (φυσιολογικής ή... όχι) καταστροφής: ενδεικτικός είναι ο «ρόλος ζωής» για το αμίμητο ντουέτο: Μερικοί το προτιμούν καυτό...

Ήταν, για την ακρίβεια, τρίο: οι δύο ηθοποιοί και ο θρυλικός σκηνοθέτης Μπίλι Ουάιλντερ, που συνεργάστηκε με τον Λέμον επτά φορές και ήταν όλες επιτυχίες: Μερικοί το προτιμούν καυτό, Η γκαρσονιέρα, Ίρμα αγάπη μου, Το κουλουράκι της τύχης, Avanti!, Η πρώτη σελίδα και Buddy buddy.

Όμως όλοι έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους στην απίστευτη κωμωδία -μια από τις καλύτερες όλων των εποχών- που έμαθε στον κόσμο την έννοια του «καυτού»: την έδειξε η Μέριλιν Μονρόε στον πιο λαμπερό ρόλο της σύντομης καριέρας της, αλλά και ο Λέμον και ο Τόνι Κέρτις, ντυμένοι γυναικεία και με τον πρώτο να ολοκληρώνει την ταινία με την αμίμητη ατάκα, συνώνυμη της ιστορίας του σινεμά: «Κανείς δεν είναι τέλειος».

Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών και της Παράνομης Διακίνησής τους

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 26-06-2013 12:12:11 am | από nskarmoutsos

Η 26η Ιουνίου καθιερώθηκε ως «Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών και της Παράνομης Διακίνησής τους» στις 7 Δεκεμβρίου 1987 από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, προκειμένου να ευαισθητοποιήσει την παγκόσμια κοινή γνώμη για τις επιπτώσεις από τη χρήση των ναρκωτικών και της παράνομης διακίνησής τους, αλλά και για να τιμήσει τον κινέζο μανδαρίνο Λιν Τσε Χσου (1785-1850), που απαγόρευσε το εμπόριο οπίου στην Καντώνα, με αποτέλεσμα να προκληθεί ο Πρώτος Πόλεμος του Οπίου το 1839.

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, τους τελευταίους 12 μήνες 210 εκατομμύρια άνθρωποι, ηλικίας 15 - 64 ετών ή το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, έκανε χρήση παράνομων ναρκωτικών ουσιών, τουλάχιστον μία φορά. Οι θάνατοι από τα ναρκωτικά ξεπέρασαν τις 200.000. Το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών στο ίδιο διάστημα ξεπέρασε τα 320 δισεκατομμύρια δολάρια.

Στην Ελλάδα, από το 1995 έως το πρώτο τρίμηνο του 2011 έχασαν τη ζωή τους από ναρκωτικά 6.467 άνθρωποι. Χειρότερη χρονιά όλων ήταν το 2003, όταν 991 άνθρωποι προστέθηκαν στον μαυροπίνακα του λευκού θανάτου.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΕKΤΕΠΝ, περίπου 13.000 άτομα κατηγορήθηκαν το 2010 για παραβάσεις του νόμου «περί ναρκωτικών». Ο αριθμός αυτός υπερδιπλασιάστηκε τα τελευταία 15 χρόνια, με διάφορες αυξομειώσεις ενδιάμεσα. Από το σύνολο αυτό, ποσοστό περίπου 11% καταδικάζεται, και από αυτούς το 64% για χρήση, κατοχή και καλλιέργεια μικροποσότητας προς ιδίαν χρήση. Αυτοί που καταλήγουν στη φυλακή αποτελούσαν το 2010 το 36% του συνόλου των φυλακισμένων, ποσοστό που εμφανίζει μείωση για δύο συνεχείς χρονιές.

Το προφίλ του χρήστη δεν είχε σημαντική διαφορά το 2011, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η πλειονότητα των χρηστών που προσέγγισαν, πέρυσι, τα Συμβουλευτικά Κέντρα του ΚΕΘΕΑ είναι άνδρες ελληνικής υπηκοότητας, με μέση ηλικία τα 29,5 χρόνια. Το μεγαλύτερο ποσοστό προσήλθε στις μονάδες με δική του πρωτοβουλία. Περισσότεροι από έξι στους δέκα είναι άνεργοι. Οι μισοί είναι απόφοιτοι λυκείου, ενώ ένας στους πέντε δεν είχε ολοκληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση.

Κύρια ουσία κατάχρησης παραμένει η ηρωίνη και τα οπιοειδή, παρατηρείται ωστόσο σταδιακή μείωση της χρήσης τους τα τελευταία χρόνια. Η ηπατίτιδα C αποτελεί την επικρατέστερη μολυσματική ασθένεια, με έναν στους τέσσερις χρήστες να γνωρίζει ότι πάσχει, ενώ ένα περίπου αντίστοιχο ποσοστό δεν έχει εξεταστεί ποτέ για τις ηπατίτιδες (B και C) ή τον HIV.

Χαρακτηριστική είναι η αύξηση του ποσοστού των μαθητών που έχει κάνει χρήση κάποιας εξαρτησιογόνας ουσίας, κυρίως κάνναβης, σε 15,2% από 12% που ήταν το προηγούμενο έτος, με παράλληλη μείωση της ηλικίας έναρξης της χρήσης. Το ποσοστό αυτό έχει τριπλασιαστεί τα τελευταία 20 χρόνια στη χώρα μας και η αύξηση αυτή συμβαδίζει με το αυξητικό ποσοστό των νέων που θεωρούν ακίνδυνη τη χρήση της κάνναβης.

Κώστας Αξελός: Η έλλειψη οράματος, ήταν κάτι που με πονούσε αφάνταστα

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 26-06-2013 10:12:12 am | από nskarmoutsos

Γεννήθηκα σε μια μεγαλοαστική οικογένεια, γνώρισα την οικογενειακή θαλπωρή και μαζί και την οικογενειακή ασφυξία. Από παιδί ήταν κάτι που με έσπρωχνε πέρα από την οικογένεια, πέρα από τον τόπο. Ποιο είναι το πολύτιμο στοιχείο της παιδικής ηλικίας: το πολύτιμο στοιχείο της παιδικής ηλικίας θα 'λεγα αυτή η θαλπωρή, για τα παιδιά που μπόρεσαν βέβαια να την γνωρίσουν – εκατομμύρια παιδιά δεν την γνωρίζουν – αλλά και ο κλοιός μέσα στον οποίον κλείνει τον νέον άνθρωπο, το παιδί, και τον σπρώχνει στην εφηβεία.

Κώστας Αξελός, φιλόσοφος και στοχαστής, 26 Ιουνίου 1924 - 4 Φεβρουαρίου 2010.

Από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι δύο πράγματα το πιο πολύ: τη σχέση μου με τον αδελφό τού πατέρα μου, τον ζωγράφο Μιχαήλ Αξελό, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του και την ξαδέλφη μου, την Άννα Αξελού, τόσο συχνά με φιλοξένησαν σπίτι τους, την εποχή που διωκόμενος δεν είχα πού να σταθώ, και τη ζωή στο Φάληρο κοντά στην οικογένεια της μητέρας μου, στη γιαγιά μου που είχε κι ένα εκκλησάκι στο κτήμα της.

Η παιδική ζωή έγινε γρήγορα εφηβική, θα 'λεγα ότι η παιδική ανησυχία την έσπρωχνε να γίνει εφηβική, αλλά και στην εφηβεία η μεγαλοαστική τάξη που με περιέβαλλε, και η μικροαστική ηθική που κυριαρχούσε γύρω σε όλο τον τόπο – εννοώ την Ελλάδα –, ο ασφυκτικός κλοιός της νεότερης Ελλάδας, η έλλειψη οράματος, ήταν κάτι που με πονούσε αφάνταστα.

Γι αυτό στράφηκα στην εφηβεία μ’ έναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό προς την Αντίσταση. Στην Αντίσταση δεν με ενδιέφερε τόσο, θα 'λεγα δεν με ενδιέφερε το εθνικιστικό, σωβινιστικό της κήρυγμα. Μ’ ενδιέφερε το  μαρξιστικό κίνημα, το όραμα μιας άλλης πολιτείας, μιας πολιτείας που δε μένεις με μια θεωρητική σκέψη, και με μια φωτισμένη πολιτική θα μπορούσε να αλλάξει την ιστορική μοίρα των ανθρώπων πανανθρώπινα, και να δημιουργήσει ένα καινούργιο στυλ ζωής.

Ο ενθουσιασμός αυτός των πρώτων χρόνων της Αντίστασης, των δύο-τριών πρώτων χρόνων, περιείχε σύγχρονα αφάνταστα πλήγματα, γιατί μέσα από την Αντίσταση, μέσα απ' την κυριαρχία της Αντίστασης απ' το Κομμουνιστικό Κόμμα, που αυτό και εμψύχωνε και σύγχρονα έσφαζε την Αντίσταση, είδα τι σημαίνει ο περιορισμός του ανθρώπινου οράματος από κυρίαρχα κόμματα με κυρίαρχες ιδεολογίες, με μια προεκτεινόμενη μικροαστική ηθική, με πράξεις βίας όχι μόνο προς τους αντιπάλους αλλά και τους οπαδούς.

Δεν ήταν τόσο οι πράξεις βίας που με ξένιζαν, όσο το τυφλό της βίας, και ιδιαίτερα στο Δεκέμβριο μού κόστισε πολύ η σχιζοφρενική καθοδήγηση του Δεκέμβρη  από την ηγεσία και η απόκρυψη του γεγονότος, η εγκληματική απόκρυψη του γεγονότος, ότι η Ελλάδα είχε ήδη δοθεί σαν σφαίρα επιρροής στους αγγλοαμερικάνους.

Έτσι, παρ' όλο που η Αντίσταση και το κομμουνιστικό κίνημα εμψύχωσαν την εφηβεία μου σύγχρονα, με έκαναν να θέλω να βλέπω πιο μακριά - αυτό που έκανα πάντα από παιδί.

Θυμάμαι νέος – θα 'πρεπε να 'μουνα τότε δεκαπέντε χρονών ίσως, με είχε πάρει η μητέρα μου στο Εθνικό Θέατρο, σε ένα έργο ενός συγγραφέα με αρκετό ταλέντο, αν και όχι μεγαλοφυή, ένα έργο του Ο’ Νηλ, που λεγότανε Πέρα από τον ορίζοντα. Δεν θυμάμαι βέβαια την πλοκή του έργου – δεν το διάβασα από τότε – αλλά ήτανε μια μικρή οικογένεια σ’ ένα κτήμα και ήταν ένας από τους γιους που έβλεπε διαρκώς πέρα από τον ορίζοντα.

Αυτό το πέρα απ' τον κλειστό ασφυκτικό ορίζοντα της μεγαλοαστικής Ελλάδας, της μικροαστικής Ελλάδας, του κομμουνιστικού  κινήματος, αυτή η τριπλή ασφυξία, μ’ έκαναν να θέλω να φύγω, όχι από πόθο φυγής αλλά για να ζήσω μ’ έναν άλλο τρόπο ένα όραμα που 'χε πάψει να είναι δογματικά μαρξιστικό, που 'χε πάψει να θέλει να ενσωματωθεί σ' ένα χώρο κι ένα χρόνο συγκεκριμένο, κάτω από την καθοδήγηση ενός κομμουνιστικού κόμματος, μια κίνηση προς τον κόσμο, όχι προς τα έξω, όχι προς την Ευρώπη, αλλά προς τον κόσμο.

Τότε, σε ηλικία είκοσι περίπου χρονών, άρχισα να ξανακαταλαβαίνω πράγματα που 'χα καταλάβει στα δεκατέσσερά μου χρόνια, και που είχα ξεχάσει εν τω μεταξύ: ότι η σκέψη, η δημιουργική σκέψη, η ποιητική σκέψη, ο Ηράκλειτος, ο Χέγκελ, ο Νίτσε, το νεανικό έργο του Μαρξ, ο Φρόυντ, ανοίγουν τα μάτια ενός ανθρώπου, και λέγοντας ανοίγουν τα μάτια εννοώ και τον ψυχισμό του, γιατί δεν σκέφτεται κανείς μόνο με το κεφάλι, για να επιτελέσω ένα έργο φιλοσοφικό που βασικά με ενδιέφερε.

Και έτσι διωγμένος απ' το Κομμουνιστικό Κόμμα, διωγμένος από την επίσημη δεξιά κυβέρνηση, έφυγα για το Παρίσι θέλοντας εκεί να αρχίσω να μπορώ να ξετυλίγω μια καθαυτό φιλοσοφική δουλειά – τότε την ονόμαζα φιλοσοφική, τώρα την ονομάζω, πιο σεμνά, στοχαστική -, που επεξεργάζομαι τώρα και τριανταπέντε χρόνια.

Στην Αθήνα είχα αρχίσει μόνον να σπουδάζω Νομικά, δηλαδή απλώς γράφτηκα στη Νομική Σχολή, και η αντιστασιακή, και μετά συνομωτική, δράση έθεσε ένα τέλος στις αρχινισμένες σπουδές και βασικά διάβαζα για τον εαυτό μου, δηλαδή για τον κόσμο.

Μετά, άμα έφθασα στο Παρίσι, γράφτηκα κανονικά στη Sorbonne σπούδασα φιλοσοφία και έκανα τις δύο διδακτορικές μου διατριβές: τη μία για τον Ηράκλειτο, και την άλλη για τον Μαρξ. Φθάνοντας στο Παρίσι, θα 'λεγα μετά την απογοήτευση της οικογενειακής ζωής, μετά την απογοήτευση της εφηβικής αντιστασιακής ζωής, υπήρξε η απογοήτευση του παρισινού πανεπιστημίου της Sorbonne.

Κυριαρχούσε μια σχολικότητα, μια πανεπιστημιακότητα, ένας ακαδημαϊσμός, που δεν άφηναν να εκδηλωθεί μια βασική σκέψη.  Κατάλαβα πάλι κάτι που είχα αρχίσει να καταλαβαίνω στα δεκατέσσερά μου χρόνια διαβάζοντας Νίτσε: ότι οι μεγάλες σκέψεις είναι κάτι το πάρα πολύ σπάνιο και δεν τρέχουνε ούτε στους δρόμους, ούτε βρίσκονται οργανωμένες από τα κόμματα, ούτε κυριαρχούν στα πανεπιστήμια.

Η μετριότητα είναι φαίνεται το πεπρωμένο της μέσης ανθρώπινης διάνοιας.

Ο Μάιος του ’68 μού θύμισε ορισμένα στοιχεία της Αντίστασης με τον ενθουσιασμό του, με την αμφισβήτηση, αλλά η αμφισβήτηση ήτανε μερική:

τα παιδιά ήθελαν πολύ μερικά αιτήματα, δεν είχανε ολική θέα του όλου θέματος, και επιπλέον δεν φαινόντουσαν να ενδιαφέρονται να κινούνται από μια συνθετική ολική σκέψη, μια ριζική σκέψη, μια σκέψη συνδεμένη με μια ποίηση, και ακόμα περισσότερο από τη γραφτή ή την προφορική ποίηση, με την ποιητικότητα του ίδιου του κόσμου.

Οι τρεις αυτές ανησυχίες, η παιδική, η εφηβική, η σπουδαστική, δεν είναι απλώς ψυχολογικά - ή θα 'λεγα ακόμα και ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά -, αλλά δείχνουνε πόσο όλοι οι κόσμοι είναι ο κόσμος ο μικρός, είναι οι κόσμοι οι μικροί, και πως σπάνια κατορθώνουμε να υπερβούμε το τείχος του ήχου να ανοιχτούμε στον Κόσμο με κάπα κεφαλαίο.

Από τα δεκατέσσερά μου χρόνια με ενδιέφερε όχι η μέση λογοτεχνία, η μέση ποίηση, η μέση πολιτική, η μέση σκέψη, αλλά οι κορυφές έστω αν και αυτές δεν μπορεί να τις ζει κανείς καθημερινά στη ζωή του και δημιουργούνε μια επώδυνη σχέση με αυτό που λέμε ζωή.

Πηγή: k-m-autobiographies.blogspot.gr

Κωνσταντίνος Σισμανόγλου (1857-1951) ο μεγάλος ευεργέτης

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 27-06-2011 12:05:02 am | Αναδημοσίευση 26-06-2012 | από nskarmoutsos

Σαν σήμερα στις 26 Ιουνίου 1951 φεύγει από τη ζωή ο Κωνσταντίνος Σισμανόγλου, ο οποίος ήταν Εθνικός Ευεργέτης.

Ο Ιωάννης Σισμανόγλου 1820 – 1894 ξεκίνησε ορφανό φτωχόπαιδο από το χωριό Κοντίκιοι στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας και σταδιοδρόμησε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί εξελίχτηκε σε μεγαλοεπιχειρηματία όπου με την «ευγένεια , πολιτικότητα και τακτική πληρωμή των φόρων» αποκτά την εμπιστοσύνη των τουρκικών κύκλων ενώ συγχρόνως γίνεται γνωστός για τις αγαθοεργίες του. Αν και καταστράφηκε οικονομικά κατά τον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο, ξαναρχίζει τις επιχειρήσεις και παράγει ένα ορυκτό «σαπούνι» με το όνομα «Κιλ» ενώ συγχρόνως αξιοποιεί το μεταλλείο του χρωμίου.

Συγχρόνως του αναθέτουν να είναι μέλος της εμπίστου «επιτροπής της δεκάτης» η οποία εισπράττει τους φόρους . Από αυτήν την υπηρεσία δικαιούται ο Ιωάννης το 3% της δεκάτης ως εγγυητής . Η εντιμότητά του υπερνικά προσπάθειες να τον δελεάσουν με δωροδοκίες και γίνεται σεβαστός για την τιμιότητά του αλλά και για τις ανεξάντλητες ευεργεσίες του.

Επιχορηγεί τα ελληνικά σχολεία και τις κοινότητες μέχρι και την Άγκυρα. Ακόμη και οι Τούρκοι ευεργετούντο ώστε τον φώναζαν με το όνομα «Μπαμπαλίκ» που σημαίνει «πατερούλη». Τα παιδιά του τα παίρνει στο γραφείο του ένα- ένα και τους αναθέτει μεγάλες τραπεζικές εργασίες. Συγχρόνως επιχορηγεί την επιτροπή η οποία έχει αναλάβει το έργο να κτίσουν τη «Μεγάλη του Γένους Σχολή». Μάλιστα όταν η επιτροπή επανέρχεται για περισσότερες δωρεές ο Ιωάννης δίνει εντολή στο γιο του τον Κωνσταντίνο : «…….Όσο έχει η κάσσα σου πρέπει να δίνεις . Έχεις καθήκον…….. Τα χρήματα δεν έχουν καμιά αξία σαν τα κλειδώνεις…….. Από την κοινωνία τα κάμαμε στην κοινωνία οφείλουμε να τα αποδώσουμε». Και αυτός και τα παιδιά του αναδεικνύονται μεγάλοι ευεργέτες της πατρίδας μας.

Μετά το θάνατο του πατέρα τους ο Κωνσταντίνος και ο αδελφός του Αναστάσιος συνεχίζουν τις επιχειρήσεις του πατέρα τους και τις επεκτείνουν στο Παρίσι όπου ανοίγουν χρηματιστικό γραφείο ενώ συγχρόνως βοηθούν τους Έλληνες φοιτητές και άλλους συμπατριώτες τους , μέχρι που κηρύσσεται ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος οπότε επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Στη συνέχεια , μετά τον ερχομό των Ελλήνων της Μ. Ασίας στην Ελλάδα , βοηθούν τους άστεγους να στεγαστούν , παραχωρούν το ξενοδοχείο που είχαν στην Καβάλα για να στεγαστούν 300 οικογένειες αστέγων και φροντίζουν να μοιρασθεί σε ακτήμονες ένα μεγάλο κτήμα τους , ώστε να το καλλιεργήσουν οι πρόσφυγες και να μπορέσουν να γίνουν αυτοδύναμοι.

Στο μεταξύ ο Αναστάσιος αρρωσταίνει από φυματίωση και πεθαίνει. Όμως πριν την εκδημία του ενθαρρύνει τον Κωνσταντίνο να ιδρύσουν ένα μεγάλο σύγχρονο Σανατόριο στην Ελλάδα ώστε να καταπολεμηθεί αυτή η τρομερή ασθένεια , σε μια εποχή όπου πολλοί χάνονταν από αυτή γιατί δεν έχουν βρεθεί ακόμη τα σύγχρονα αντιφυματικά φάρμακα.

Ο Κωνσταντίνος χωρίς να χρονοτριβεί , προχωρεί και αξιοποιεί τα κεφάλαια που είχαν επενδύσει σε τράπεζα της Αμερικής . Επιλέγει άξιους μηχανικούς και συνεργάτες και έτσι αγοράζεται μεγάλο οικόπεδο στους πρόποδες της Πεντέλης και ανεγείρεται το ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ με κάθε σύγχρονη εφαρμογή της οικοδομικής τεχνικής και εξοπλίζεται με τον πιο άρτιο επιστημονικό εξοπλισμό . Τα εγκαίνια γίνονται λίγο πριν η Ιταλία επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας . Το ίδρυμα σύντομα εντάσσεται στο πρόγραμμα περίθαλψης των τραυματιών του πολέμου , μετά το τέλος του οποίου το ίδρυμα λειτουργεί πάλι ως Φυματιολογικό Ινστιτούτο με ισόβιο πρόεδρο τον Κωνσταντίνο , ο οποίος επιστατεί προσωπικά τα πάντα και φροντίζει για την ανανέωση του εξοπλισμού του Ιδρύματος .

Η μεγάλη του χαρά είναι να βλέπει ασθενείς να εξέρχονται σε καλή κατάσταση.

Αργότερα το ίδρυμα θα γίνει Κρατικό και θα στεγάσει και Πανεπιστημιακές Κλινικές . Ακόμη και σήμερα συνεχίζει να είναι ένα σύγχρονο νοσηλευτικό ίδρυμα , με αξιόλογα εργαστήρια , χειρουργεία , αίθουσα συνεδριάσεων και πλούσια βιβλιοθήκη.

Ο Κωνσταντίνος Σισμανόγλου άφησε το όνομά του στην ιστορία σαν μεγάλος ευεργέτης της πατρίδας μας.

Μονή Παναγίας Νέας Εκκλησούλας

Κατηγορία Θρησκευτικά μνημεία Αρκαδίας | Αναρτήθηκε 24-06-2015 07:14:23 pm | από nskarmoutsos

Η Μονή της Παναγίας, ή Αγία Μονή, είναι ένα παλιό Μοναστήρι κοντά (4 χιλ.) στο χωριό Νέα Εκκλησούλα της Μεγαλόπολης, εδώ, χτισμένο σε ειδυλλιακή και κατάφυτη τοποθεσία κοντά στις ΝΔ υπώρειες του Μαινάλου. Σήμερα υπάρχει μόνο το καθολικό το οποίο έχει αξιόλογες τοιχογραφίες. Η Μονή υπήρξε τάμα του Θ. Κολοκοτρώνη κατά τον αγώνα του 21 και κτίστηκε για την εκπλήρωσή του. Ο ναός εορτάζει στις 15 Αυγούστου με μεγάλο πανηγύρι που συγκεντρώνει πλήθος κόσμου από τη γύρω περιοχή. Δίπλα από το ναό έχει κατασκευαστεί κιόσκι για να στεγάζει τους επισκέπτες. Επίσης ο γύρω χώρος έχει διαμορφωθεί για την υποδοχή των προσκυνητών. Λίγο πιο πέρα, κοντά στο ναό, είναι στημένη προτομή του Θ. Κολοκοτρώνη, για να θυμίζει την προσφορά το στον τόπο...

Η οδική διαδρομή από τη Νέα Εκκλησούλα μέχρι τη Μονή της Παναγίας είναι υπέροχη και ανταμείβει τον περιηγητή. 

Πηγή: arcadia.ceid.upatras.gr

Μονή Αγίας Παρασκευής Βάχλιας

Κατηγορία Θρησκευτικά μνημεία Αρκαδίας | Αναρτήθηκε 20-06-2015 10:17:58 am | από nskarmoutsos

Η Μ.Αγίας Παρασκευής Βάχλιας ευρισκεται σε υψόμετρο 1.045μ. Ν.Α. των υπωρειών του όρους Αφροδίσιον και απέχει 5χιλ. από το χωριό Βάχλια, 65χλμ. από την Τρίπολη και 68χιλ.από τον Πύργο της Ηλείας. Στη μονή οδηγεί δόμος 1 χιλ. πριν από τη Βάχλια , στο ύψος της αρχαίας πόλης Κώμης. Η ίδρυση της Μονής, σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, χρονολογείται στα μέσα του 16οu αιώνα. Σύμφωνα με την Αρχαιολογική Υπηρεσία, το κιτριακό συγκρότημα της Ιεράς Μονής,  αποτελεί ένα “πολύ αξιόλογο ιστορικό μνημείο της Β.Δ. Γορτυνίας”.

Το σχήμα της Ιεράς Μόνης είναι τετράπλευρο, αποτελείται από την εκκλησία, μονόκλιτη, μεγάλο καθιστικό , μαγειρείο και πέντε κελιά. Στη μέση υπάρχει το αίθριο με τα υπόστεγα, καταπακτή και σκάλα επικοινωνίας με τους ημιυπόγειους χώρους.

Η Μονή αυτή φαίνεται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του 1821. Την περίοδο αυτή απετέλεσε κρυσφήγετο και ορμητήριο των αρματολών και κλεφτών, όπως  εξ¨άλλου μαρτυρούν οι υπάρχουσες πολεμίστρες.

Στη Μονή από της ιδρύσεως της μέχρι το τέλος του 1955 υπηρέτησαν διαχρονικά άλλοτε μοναχοί και άλλοτε μοναχές. Μάλιστα στις 31 Οκτωβρίου 1838, οπότε και επρόκειτο να διαλυθεί η Μονή, μαζί με άλλες, οκτώ μοναχοί που είχαν εγκατασταθεί εκεί ζήτησαν με υπόμνημά τους από την Πολιτεία και την Ιερά Σύνοδο να μην διαλυθεί η Μονή. Πράγματι, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας γνωμοδότησε τότε να διατηρθεί η Μονή και να "εγκαταβιώσωσι εν αυτή οι αναφερόμενοι οκτώ μοναχοί. πληρώνοντες κατ΄ έτος εις το δημόσιον κατά τα διατεταγμένα, τα νενομισμένα". (Απ.πρωτ. 10045-10046, εν Αθήναις 1 Οκτωβρίου 1841)” (βλ. “Μοναστήρια της Πελοποννήσου” της Ντιάνας Αντωνακάτου και Τάκη Μαύρου και “Εκκλησιες και Αρκαδικά Μοναστήρια” του Πέτρου Σαραντάκη).

Στις 31-12-1995 η Μονή πήρε φωτιά με αποτέλεσμα να καταστραφεί η κεντρική πτέρυγα. Σύντομα όμως έγινε αποκατάσταση των ζημιών, με αναστήλωση των καταστραφέντων κελιών σύμφωνα με τους όρους που υπέδειξε η ΑρχαιολογικήΥπηρεσία, , μετά από κινητοποίηση της Ιεράς Μητρόπολης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, της Πανγορτυνιακής Ένωσης Αθήνας, της Ένωσης Βαχλαίων Αθήνας και του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ενορίας Αγίας Μαρίνας Βάχλιας. Το μοναστήρι διατηρείται έτσι σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση. 

Πηγή: arcadia.ceid.upatras.gr

Τζορτζ Οργουελ (1903-1950)

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 25-06-2011 12:02:21 am | Αναδημοσίευση 25-06-2012 | από nskarmoutsos

                  

Σαν σήμερα στις 25 Ιουνίου 1903 έρχεται στη ζωή ο Τζορτζ Οργουελ, ο συγγραφέας που σημάδεψε τον αιώνα του.

«Όλα τα ζώα είναι ίσα».

Απλώς κάποια ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα» έγραφε ο Τζορτζ Οργουελ στο περίφημο έργο του Η φάρμα των ζώων το 1944, ένα λογοτεχνικό αριστούργημα που θεωρήθηκε κλασικό από την ημέρα που κυκλοφόρησε. Το κανονικό όνομα του ανθρώπου ο οποίος έμελλε με την οξυδέρκειά του, την αφηγηματική γλαφυρότητά του, τη φαντασία του και το χιούμορ του να στιγματίσει τον αιώνα που πέρασε ήταν Ερικ Αρθουρ Μπλερ. Ένα όνομα το οποίο απαρνήθηκε μαζί με το παρελθόν του το 1934 για να το αντικαταστήσει με το Οργουελ, όπως ονομαζόταν ο γραφικός ποταμός της Βόρειας Αγγλίας.

Γεννημένος στις 25 Ιουνίου 1903 στο Μοτιχάρι της Ινδίας, ήταν το μικρότερο παιδί μιας δημοσιοϋπαλληλικής οικογενείας της κραταιάς Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Το 1911 πηγαίνει στην Αγγλία, όπου αποδεικνύεται πραγματική ιδιοφυΐα στα μαθήματα, η φτώχεια ωστόσο της οικογενείας του τον κρατά σε κοινωνική απομόνωση. Ο μοναδικός τρόπος για να αμυνθεί ήταν η εκκεντρικότητά του, την οποία ανέπτυξε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Οι επιδόσεις του τού χάρισαν μια υποτροφία στο περίφημο κολέγιο Ιτον. Η παραμονή του εκεί κάνει τον Οργουελ ακόμη πιο απόμακρο και μοναχικό. Από μικρός ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας αλλά ποτέ ως τότε δεν είχε προσπαθήσει να γράψει δημιουργικά. Το μόνο που έκανε, χάνοντας, όπως αποδείχθηκε τελικά, πολύτιμο χρόνο, ήταν να γράφει τεράστια κατεβατά από σκέψεις και ιδέες. Ύστερα από λίγα χρόνια επιστρέφει στην Ινδία ως αξιωματούχος της Αυτοκρατορίας. Εκεί όμως αρχίζει να νιώθει ότι το επάγγελμά του πήγαινε κόντρα στην ηθική του. Η αναξιοκρατία και η ψευτιά ήταν άλλωστε αυτά που ο Οργουελ από μικρό παιδί σιχαινόταν. Παραιτείται λοιπόν από την αποικιακή αστυνομία και επιστρέφει στην Αγγλία αποφασισμένος να γίνει συγγραφέας. Πρώτα φρόντισε να χαρίσει όλα τα υπάρχοντά του στις φτωχότερες οικογένειες και μετά άρχισε να περιπλανιέται στους δρόμους βρώμικος, κάνοντας βαριές εργατικές δουλειές και πιστεύοντας ότι στη φτώχεια και στην απελπισία βρίσκεται η πραγματική ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Ύστερα από αυτή την εμπειρία γράφει το βιβλίο Οι αλήτες του Παρισιού και του Λονδίνου και την ίδια χρονιά (1934) το Μέρες της Μπούρμα, έργα που του χαρίζουν δημοσιότητα. Στη συνέχεια δηλώνει την εκτίμησή του στο κομμουνιστικό καθεστώς και δουλεύει σε αριστερά έντυπα. Τον χειμώνα του 1937 τον περνά με τους άνεργους ανθρακωρύχους της Βόρειας Αγγλίας αλλά αντί για δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις γράφει το Στον δρόμο για το Γουίγκαν Πίαρ. Λίγο πριν από την έκδοσή του ο Οργουελ είχε καταταγεί ως εθελοντής στον Επαναστατικό Ισπανικό Στρατό. Σε μια μάχη τραυματίζεται σοβαρά στον λαιμό και μια ελαφρά παράλυση στην αριστερή πλευρά και η μερική απώλεια της φωνής του σημαδεύουν ολόκληρη τη ζωή του. Απομακρύνεται από τις κομμουνιστικές οργανώσεις και επιστρέφει στην Αγγλία. Από την ισπανική εμπειρία του γεννιέται το Πεθαίνοντας στην Καταλονία. Συνεργαζόμενος με τον ηγέτη των εργατικών Μπίβαν γράφει στην προοδευτική εφημερίδα «Tribune» άρθρα που αργότερα θεωρήθηκαν ό,τι καλύτερο είχε γράψει ποτέ. Ο Τζορτζ Οργουελ δεν έπαψε να ασχολείται με τα κοινά. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήθελε να πολεμήσει για την Αγγλία αλλά η υγεία του δεν του το επέτρεψε. Αντ' αυτού λοιπόν δούλεψε ως ανταποκριτής του BBC στην Ινδία. Μετά το τέλος του πολέμου επιστρέφει στην Αγγλία. Περνάει καιρός που δεν γράφει τίποτε άλλο εκτός από τα άρθρα του. Ύστερα από χρόνια δημιουργεί τη Φάρμα των ζώων, ένα θαυμάσιο έργο με το οποίο λύνει το βιοποριστικό πρόβλημά του. Αφού αγοράζει ένα σπίτι σε ένα νησάκι της Σκωτίας αποφασίζει να μείνει εκεί για πάντα με τον υιοθετημένο γιο του. Η φυματίωση όμως τον αναγκάζει να ζήσει τελικά περισσότερο μέσα στα σανατόρια. Εκεί είναι που ολοκλήρωσε το προφητικό και πολύ γνωστό 1984, το έργο που τον έκανε δημοφιλή ως σήμερα (ιδίως σήμερα). Το έργο τελείωσε το 1948 (ο τίτλος προέκυψε από την αναστροφή της χρονολογίας) και κυκλοφόρησε ύστερα από ένα χρόνο. Το αριστούργημα αυτό αποτελεί ένα από τα 100 πιο πολυδιαβασμένα βιβλία όλων των εποχών.

Ο Οργουελ πέθανε εξαθλιωμένος, αδύναμος και πάμπτωχος σε ένα νοσοκομείο του Λονδίνου για απόρους στις 21 Ιανουαρίου 1950. Ήταν μόλις 47 ετών όταν έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο, του οποίου το μέλλον ήταν «μια μπότα που τσαλαπατά το πρόσωπό σου ξανά και ξανά και συνέχεια», όπως διατεινόταν διά στόματος του ήρωά του Γουίνστον Σμιθ. Η κληρονομιά που άφησε πίσω του ο άνδρας που χαρακτηρίστηκε ένας από τους μεγαλύτερους διανοητές είναι εννέα λογοτεχνικά έργα και πολλά κοινωνιολογικά και πολιτικά άρθρα.

Προηγούμενες αναρτήσεις