Παράλιο Άστρος
logo: Το Άστρος της Θαλάσσης
Αναζήτηση Go

Γιάννης Σκαρίμπας

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 21-01-2012 12:17:54 am | Αναδημοσίευση 21-01-2013 | από nskarmoutsos

Γιάννης Σκαρίμπας (28 Σεπτεμβρίου 1893-21 Ιανουαρίου 1984). Τα αυτοβιογραφικά σημειώματα του Σκαρίμπα αλληλοαναιρούνται ως προς τις πληροφορίες γύρω από τον τόπο και το χρόνο γέννησής του. Βάσει ερευνών μετά το θάνατο του λογοτέχνη ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε το 1893 στο Αίγιο της Αχαΐας, γιος του Ευθύμιου Σκαρίμπα και της Ανδρομάχης το γένος Λιάκου Σκαρτσίλα. Ο πατέρας του ήταν πληβείος, η μητέρα του όμως καταγόταν από αρχοντική γενιά και ήταν μορφωμένη. Είχε μια μικρότερη αδερφή την Καλλιόπη (γεν. το 1915) που ασχολήθηκε με την ποίηση. Το 1906 αποφοίτησε από το αλληλοδιδακτικό Δημοτικό σχολείο της Ιτέας. Μετά από παρακίνηση του δασκάλου του λόγω των υψηλών επιδόσεών του ο μικρός Γιάννης γράφτηκε στο Ελληνικό Σχολείο του Αιγίου, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του (τέλειωσε το 1908) και παράλληλα πήρε πτυχίο από τη μέση δασική σχολή της πόλης. Το 1912 εργάστηκε ως διευθυντής λογιστηρίου στο υποκατάστημα της γερμανικής εταιρείας "Singer" στην Πάτρα. Στο τέλος του επόμενου χρόνου στρατεύτηκε για να πολεμήσει στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, όπου πήρε το βαθμό του δεκανέα. Μετά την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το τάγμα του Σκαρίμπα μεταφέρθηκε στο μακεδονικό μέτωπο. Εκεί διακρίθηκε και παρασημοφορήθηκε για ένα τραύμα στο σβέρκο. Τον Οκτώβρη του 1916 πήρε άδεια και επέστρεψε στην Αγία Ευθυμία. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου απαλλάχτηκε των στρατιωτικών του καθηκόντων καθώς είχε πετύχει σε ένα διαγωνισμό τελωνοφυλάκων. Το 1919 τοποθετήθηκε στο τελωνείο της Χαλκίδας και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε την Ελένη Κεφαλινίτη (με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά) και μετά το γάμο του αποσπάστηκε στο τότε νεοσύστατο τελωνείο της Ερέτριας, όπου έμεινε ως το 1922. Μετά τη Μικρασιάτική Καταστροφή επανήλθε στη Χαλκίδα, όπου και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ερέτρια ο Σκαρίμπας είχε ολοκληρώσει τα εννιά πρώτα διηγήματά του, ωστόσο η συνειδητή του ενασχόληση με τη λογοτεχνία χρονολογείται από την επιστροφή του στη Χαλκίδα. Τότε μελέτησε νεοελληνική ποίηση και δημοτικό τραγούδι, καθώς επίσης έργα των Έντγκαρ Άλαν Πόε, Κνουτ Χάμσουν, Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Χένρικ Ίψεν και Όσκαρ Ουάιλντ, που επηρέασαν το έργο του. Η πρώτη επίσημη εμφάνισή του στη λογοτεχνία σημειώθηκε το 1929 με τη δημοσίευση του διηγήματός του "Στις πετροκολόνες στο λιμάνι" και τη βράβευσή του στον πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Κώστα Μπαστιά "Ελληνικά Γράμματα" για το έργο του "Καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης", που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από την κριτική επιτροπή (Μπαστιάς, Φώτης Κόντογλου, Κώστας Καρθαίος και Λέων Κουκούλας). Το 1930 εξέδωσε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο "Καϋμοί στο Γρυπονήσι". Στροφή στην μέχρι τότε πορεία του αποτέλεσε το επόμενο έργο που εξέδωσε (1932) με τίτλο "Το θείο Τραγί" και εμφανείς επιρροές από το γαλλικό σουρεαλισμό. Ακολούθησε ο "Μαριάμπας" που αντιμετωπίστηκε από την κριτική ως αριστούργημα και το 1938 τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Ουλαλούμ". Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου δημοσίευσε άρθρα στην εφημερίδα της Χαλκίδας "Εύριπος" και στράφηκε με ενδιαφέρον προς το ελληνικό θέατρο σκιών. Στη γερμανική κατοχή κινδύνευσε να πεθάνει από την πείνα και το 1942 σημειώθηκε η πολύκροτη δίκη που κίνησε εναντίον του Αργύρη Βαλσαμά για συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς ο τελευταίος είχε ισχυρισθεί πως το θεατρικό έργο του Σκαρίμπα "Η γυναίκα του Καίσαρος" ήταν αποτέλεσμα αντιγραφής από το έργο του Σόμμερσετ Μωμ "Το βαμμένο πέπλο". Στρατεύτηκε στο ΕΑΜ, ωστόσο δε διώχτηκε ούτε εξορίστηκε και το 1945 κυκλοφόρησε τη βραχύβια εφημερίδα "Λευτεριά". Υποτονική ήταν η πολιτική του δραστηριότητα και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου αλλά και αργότερα στη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Η συγγραφική και εκδοτική του δραστηριότητα συνεχίστηκε ως τα τελευταία χρόνια της ζωής του με ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και μελέτες. Τιμήθηκε από την Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών (1964) και το Δήμο Χαλκιδέων (1978), καθώς και με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για το βιβλίο του "Φυγή προς τα Εμπρός". Πέθανε στην τελευταία κατοικία του στην οδό Κομίνη 8 της Χαλκίδας και κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη. Ο Γιάννης Σκαρίμπας τοποθετείται χρονικά στη γενιά του τριάντα, αποτελεί ωστόσο μια μοναχική περίπτωση και αγνοήθηκε για πολλά χρόνια από τη φιλολογική επιστήμη στην Ελλάδα. Η πεζογραφική παραγωγή του χαρακτηρίζεται από την αναγωγή της γλώσσας σε κυρίαρχο στοιχείο της, μέσω της συστηματικής εξάρθρωσής της (τεχνική που παραπέμπει στο σουρεαλισμό) και την τοποθέτηση της πλοκής στο επίπεδο του προσχήματος, ενώ παράλληλα και συμπληρωματικά στην πρωτοποριακή γραφή του κινείται και το ποιητικό του έργο. Ο Σκαρίμπας υπήρξε ένας από τους εισηγητές του παράδοξου στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας αλλά και του θεάτρου (πολλοί μελετητές τον θεωρούν ως τον πρώτο έλληνα θεατρικό συγγραφέα του παραλόγου). Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τα λήμματα Κωστίου Κατερίνα, "Σκαρίμπας Γιάννης", Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κωστίου Κατερίνα, "Από το εργαστήρι του Γιάννη Σκαρίμπα · Εκπλήξεις και παγίδες", Περίπλους44, 3-6/1997, σ.35-51, Παπαδημητρακόπουλος Ηλίας Χ., "Γιάννης Σκαρίμπας", Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Η΄, σ.8-31. Αθήνα, Σοκόλης, 1993, Παπαστάμος Γιώργος, "Έργο-Βιογραφίας χρονολόγιο του Γιάννη Σκαρίμπα (1893-1984)", Διαβάζω 269, 4/9/1991, σ.20-27 και Επτά Ημέρες Καθημερινής, "Η Χαλκίδα του Γιάννη Σκαρίμπα", 6/4/1997.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Αθήνα 1865-1970. Εικόνες από το Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη. Εικόνες από μία άλλη εποχή..

Κατηγορία Ιστορία | Αναρτήθηκε 21-01-2014 07:07:13 pm | από nskarmoutsos

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εφεύρεσης της φωτογραφίας (1839), η Αθήνα αποτέλεσε πόλο έλξης για ξένους φωτογράφους, οι οποίοι απαθανάτιζαν συστηματικά τα αρχαιολογικά μνημεία της πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Αρκετά πολεοδομικά σχέδια εκπονήθηκαν για την οικοδόμηση της Αθήνας, με πρώτο αυτό που καθόριζε το κέντρο της πόλης ως ένα ισοσκελές τρίγωνο με κορυφή την πλατεία Ομονοίας, σκέλη του τις οδούς Πειραιώς και Σταδίου και βάση του την οδό Ερμού, που έμεινε όμως ημιτελές.

Έκτοτε, όσο αναπτυσσόταν, η Αθήνα φωτογραφήθηκε διεξοδικά από επαγγελματίες και ερασιτέχνες φωτογράφους, καθώς προσέφερε πληθώρα θεμάτων.

Τη μερίδα του λέοντος ωστόσο στις φωτογραφίσεις, κατείχε η πολύπαθη πλατεία Ομονοίας, με τις περισσότερες απεικονίσεις να αφορούν στην καταγραφή των αλλεπάλληλων διαμορφώσεων της…συνέχεια

 

Βλαντιμίρ Λένιν

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 21-01-2014 12:11:50 am | από nskarmoutsos

Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ (Влади́мир Ильи́ч Улья́нов), γνωστότερος ως Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν (Влади́мир Ильи́ч Ле́нин προφέρεται [vlɐˈdʲimʲɪr ɪlʲˈjit͡ɕ ˈlʲenʲɪn]) (22 Απριλίου 1870 – 21 Ιανουαρίου 1924), ήταν μεγάλος πολιτικός, ηγέτης της Ρωσικής Επανάστασης και επικεφαλής της Ε.Σ.Σ.Δ. (1922-1924). Ηγέτης της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του μπολσεβικικού κόμματος.

"Λένιν" ήταν ένα από τα επαναστατικά του ψευδώνυμα. Λέγεται ότι επέλεξε αυτό το όνομα για να παρουσιάσει την αντίθεσή του με τον Γκιόργκι Βαλεντίνοβιτς Πλεχάνοφ που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Βόλγκιν, παρμένο από τον ποταμό Βόλγα. Έτσι ο Ουλιάνοφ επέλεξε τον ποταμό Λένα, ο οποίος είναι μακρύτερος και ρέει στην αντίθετη κατεύθυνση, μιας και διαφωνούσαν σε ορισμένα θέματα οικονομικής κυρίως φύσης. Εντούτοις, ο Πλεχάνοφ εμφανίζεται να έχει σημαντική επιρροή επάνω στον Λένιν εκείνη την περίοδο της ζωής του, γι' αυτό και αμφισβητείται η ακρίβεια της παραπάνω πληροφορίας. Υπάρχουν διάφορες άλλες θεωρίες για την προέλευση του ψευδωνύμου, αν και ο ίδιος δεν φαίνεται να δήλωσε ποτέ ακριβώς γιατί το επέλεξε.

Γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1870, στην πόλη Σιμπίρσκ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Ο πατέρας του, Ιλγιά Νικολάγιεβιτς Ουλιάνοφ (1831 - 1886), ήταν διευθυντής σχολείου. Η μητέρα του, Μαρία Αλεξάνδροβνα Μπλανκ (1835 - 1916), ήταν κόρη ιατρού που ονομαζόταν Μπεργκ. Η οικογένεια Ουλιάνοφ έχει τις ρίζες της σε διάφορες εθνότητες όπως την Ρωσική, Γερμανική και Εβραϊκή. Ο Λένιν ήταν βαπτισμένος στην Ρωσική Ορθόδοξη εκκλησία.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του (γεννημένος το 1866) ήταν μέλος της "Ναρόντναγια Βόλια" (μιας επαναστατικής τρομοκρατικής οργάνωσης), και λόγω της συμμετοχής του στην ανεπιτυχή απόπειρα δολοφονίας κατά του τσάρου Αλεξάνδρου Γ’, εκτελέσθηκε (1891) . Το γεγονός αυτό υπήρξε καθοριστικό στη ζωή του Λένιν.

Τρίτο παιδί μιας εξαμελούς οικογένειας, ο Λένιν ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο γυμνάσιο του Σιμπίρσκ το 1887, όπου κέρδισε χρυσό μετάλλιο για τις επιδόσεις του. Εισήλθε στο νομικό τμήμα του πανεπιστημίου του Καζάν, αλλά απεβλήθη το Δεκέμβριο του ίδιου έτους για τη συμμετοχή του σε φοιτητική πολιτική συγκέντρωση και εξορίστηκε. Το φθινόπωρο του 1889 έλαβε την άδεια να επιστρέψει στο Καζάν, όπου άρχισε τη συστηματική μελέτη του Μαρξ και συνδέθηκε με μέλη του τοπικού μαρξιστικού κύκλου. Συνέχισε μόνος του τις σπουδές του και το 1891 πήρε άδεια εξάσκησης του νομικού επαγγέλματος…συνέχεια

Δόρα (Δωροθέα) Στράτου

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 20-01-2012 12:03:06 am | Αναδημοσίευση 20-01-2013 | από nskarmoutsos

Η Δόρα (Δωροθέα) Στράτου γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1903 στην Αθήνα. Μητέρα της η Μαρία Κορομηλά, κόρη του δημοσιογράφου και θεατρικού συγγραφέα Δημήτρη Κορομηλά ("Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας", "Η τύχη της Μαρούλας"), από παλιά αθηναϊκή οικογένεια. Πατέρας της ο Νικόλαος Στράτος, δικηγόρος από το Λουτρό Αιτωλοακαρνανίας.
Μεγάλωσε στο μεγαλοαστικό περιβάλλον της Αθήνας των αρχών του αιώνα. Πήγαινε στους χορούς των ανακτόρων, μάθαινε ξένες γλώσσες και τραγούδι, έκανε παρέα με τους γόνους των ισχυρών οικογενειών. Στο πιάνο είχε δάσκαλο το Δημήτρη Μητρόπουλο. Παρακολουθούσε τις θεατρικές παραστάσεις και τις συναυλίες, ένα πάθος που διατήρησε σε όλη της τη ζωή.
Ο Νικόλαος Στράτος διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη, ενώ κατόπιν προσεχώρησε στο κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθέριου Βενιζέλου και έγινε Υπουργός Ναυτικών. Το 1913 πέρασε στους αντιβενιζελικούς, και διετέλεσε πρωθυπουργός για λίγες ημέρες μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Τότε καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία και τουφεκίστηκε.
Η μητέρα της, μαζί με τη Δόρα και το μικρότερο αδελφό της Ανδρέα, έφυγαν από την Ελλάδα. Από μια πλούσια ζωή, βρέθηκαν απότομα στο κατώφλι της φτώχειας, εφόσον η περιουσία τους είχε δημευθεί. Η Δόρα υπέστη το ψυχικό τραύμα της εκτέλεσης του πατέρα της και του κοινωνικού υποβιβασμού. Εμεινε δέκα χρόνια στο εξωτερικό - Βερολίνο, Παρίσι, Νέα Υόρκη - με τη μητέρα της.
Ξαναγύρισε το 1932. Ο αδελφός της Ανδρέας είχε σπουδάσει νομικά και είχε εκλεγεί βουλευτής. Η Δόρα αρχίζει να συναναστρέφεται τη νέα γενιά πνευματικών ανθρώπων του Μεσοπολέμου. Παίρνει δραστήρια μέρος στο φιλανθρωπικό έργο της Αρχιεπισκοπής κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Βοηθάει τον Κάρολο Κουν να ιδρύσει το Θέατρο Τέχνης και γίνεται το δεξί του χέρι στα διοικητικά θέματα.
Το 1952 έτυχε να δει το 100μελές κρατικό φολκλορικό συγκρότημα της Γιουγκοσλαβίας που περιόδευε τις διάφορες χώρες προβάλοντας τους δημοτικούς χορούς, τις μουσικές και τις φορεσιές της χώρας του. Ηταν κάτι το πρωτοφανές για την Ελλάδα. Τα συγκροτήματα που υπήρχαν τότε εδώ ήταν ελάχιστα, με πρωτοπόρο το Λύκειο των Ελληνίδων, και έδιναν 2-3 παραστάσεις το χρόνο περιστασιακά με φορεσιές Αμαλίας. Σκοπός τους ήταν κυρίως να ικανοποιήσουν τα μέλη του ίδιου του συγκροτήματος, κυρίως νεαρά κορίτσια αθηναϊκών οικογενειών.

Ο καθηγητής της Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Γεώργιος Μέγας πρότεινε την δημιουργία εθνικού συγκροτήματος στην Ελλάδα. Η Δόρα Στράτου ζήτησε βοήθεια από το Σοφοκλή Βενιζέλο, αντιπρόεδρο της τότε κυβέρνησης Πλαστήρα. Η ιδέα ήταν να δημιουργηθεί ένα μόνιμο συγκρότημα, ικανό να δίνει καθημερινές παραστάσεις, να κάνει περιοδείες στο εξωτερικό, με μεγάλο ρεπερτόριο, με πλούσια ιματιοθήκη από όλη την Ελλάδα, και γενικά με ένα πρόγραμμα που να κερδίζει το θεατή. Ετσι ίδρυσε το σωματείο "Ελληνικοί χοροί - Δόρα Στράτου" το 1953.
Ολα αυτά τα χρόνια είχε συνδεθεί φιλικά και είχε βοηθήσει αμέτρητους ανερχόμενους καλλιτέχνες και διανοούμενους - τώρα μπορούσε να τους χρησιμοποιήσει σαν επιτελείο της. Μερικά μόνο από τα ονόματα: Σπύρος Βασιλείου, Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννης Τσαρούχης, Φοίβος Ανωγειανάκης, Σίμων Καράς, Γιάννης Μόραλης, Οδυσσέας Ελύτης, Νέστορας Μάτσας, Αλέκος Λιδωρίκης, Δημήτρης Χορν, Δημήτρης Λουκάτος, Αγγελική Χατζημιχάλη, Τζίνα Μπαχάουερ.
Σε ηλικία 50 ετών αρχίζει με ορμή μια νέα ζωή δουλεύοντας εξαντλητικά. Ο Τσαρούχης φτιάχνει φορεσιές με ζωγραφιστά κεντήματα για το ξεκίνημα. Εκείνη γυρίζει στα χωριά μαζεύοντας χορούς, τραγούδια, φορεσιές και κοσμήματα, συγκεντρώνοντας έτσι τη μεγαλύτερη συλλογή στην Ελλάδα. Επιλέγει τους καλύτερους χορευτές και οργανοπαίχτες για να πλαισιώσουν το συγκρότημα. Δίνει παραστάσεις στην Ελλάδα και περιοδεύει θριαμβευτικά σε 21 χώρες.
Το 1963 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δίνει εντολή να κατασκευαστεί ειδικά για το συγκρότημα ένα θέατρο στο Λόφο Φιλοπάππου. Το 1967 συλλαμβάνεται γιατί έκρυβε στο σπίτι της το Χρήστο Λαμπράκη. Η Μελίνα Μερκούρη κάνει θόρυβο στο εξωτερικό και πετυχαίνει την αποφυλάκισή της. Την ίδια χρονιά παίρνει το Παγκόσμιο Βραβείο Θεάτρου, τη σημαντικότερη διεθνή διάκριση, ενώ βραβεύεται από την Ακαδημία Αθηνών και παίρνει επιχορήγηση από το Ιδρυμα Φορντ.
Εγραψε τρία βιβλία: "Μια παράδοση, μια περιπέτεια", "Ελληνικοί χοροί, ένας ζωντανός δεσμός με το παρελθόν" και "Ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί".
Εξέδωσε μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο σειρές δημοτικής μουσικής: 45 δίσκους.
Το 1983 αποσύρθηκε για λόγους υγείας. Πέθανε στις 20 Ιανουαρίου του 1988.

Πηγή: grdance.org

Φεντερίκο Φελίνι

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 20-01-2015 12:23:00 am | από nskarmoutsos

Φεντερίκο Φελίνι σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης. Ένας δημιουργός που τόλμησε να δοκιμάσει πέρα από νόρμες και κανόνες, δημιουργώντας το δικό του μαγικό σύμπαν, αλλάζοντας για πάντα το μέλλον της 7ης Τέχνης.

"Δεν είναι η δική μου μνήμη που κυριαρχεί στις ταινίες μου. Tο να πει κανείς ότι οι ταινίες μου είναι αυτοβιογραφικές, είναι μια αβασάνιστη κρίση, μια βιαστική ταξινόμηση. Έχω επινοήσει σχεδόν τα πάντα: παιδική ηλικία, προσωπικότητα, νοσταλγίες, όνειρα, αναμνήσεις, για την καθαρή απόλαυση του να μπορέσω να τις αφηγηθώ. Mε την έννοια του ανέκδοτου, της πραγματικής βιογραφίας, στις ταινίες μου δεν υπάρχει τίποτα. Aυτό που ξέρω είναι ότι επιθυμώ να αφηγηθώ. Πραγματικά, η αφήγηση είναι το μόνο παιχνίδι με το οποίο αξίζει να παίζει κανείς. Eίναι ένα παιχνίδι, που για μένα, για τη φαντασία μου, για τη φύση μου, έχει την δική του αναγκαιότητα." Φεντερίκο Φελίνι

Ο Φεντερίκο Φελίνι, γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1920 στο Ρίμινι της Ιταλίας. Όταν έγινε 12 ετών, το έσκασε από το σπίτι του για να ακολουθήσει ένα τσίρκο. Ίσως αυτό να εξηγεί και την αγάπη του για τους κλόουν που εμφανίζονται συχνά πυκνά στα έργα του.

Στα 17 του εγκατέλειψε την ηρεμία της επαρχιακής λουτρόπολης, στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, για να πάει στη Ρώμη. Εκεί έζησε αρχικά σαν σκιτσογράφος και στη συνέχεια γράφοντας παρλάτες και σκετς για κομφερανσιέ και άλλους καλλιτέχνες του music hall. Το 1943, σε ηλικία 23 ετών, παντρεύτηκε την ηθοποιό Τζουλιέτα Μασίνα, πλάι στην οποία έζησε 50 χρόνια, μέχρι το θάνατο του στις 31 Οκτωβρίου του 1993.

Γεννημένος στο Ρίμινι της Ιταλίας, το 1920, ο Φελίνι παίρνει το βάπτισμα του πυρός στα κινηματογραφικά δρώμενα της εποχής δίπλα στον Ρομπέρτο Ροσελίνι. Συμμετέχει έτσι ουσιαστικά ως συν-σεναριογράφος και βοηθός σκηνοθέτη στη δημιουργία θεμελιωδών ταινιών του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού κινηματογράφου όπως το "Rome, Open City" του 1945, αλλά και το "Paisà" του 1946. H γνωριμία και η φιλία του αυτή με τον Ροσελίνι θα τον επηρεάσει σημαντικά στην μελλοντική του πορεία.

Το 1950 μαζί με τον Alberto Lattuada σκηνοθετεί το "Variety Lights" και δύο χρόνια μετά ο Φελίνι, παρουσιάζει την πρώτη ταινία την οποία σκηνοθετεί αποκλειστικά ο ίδιος. Ο λόγος για το, "Λευκός Σεΐχης" (Sceicco Bianco) του 1952. 

Tο φιλμ, παρουσιάζει ένα ζευγάρι από την επαρχία, την Βάντα και τον Ιβάν, που καταφθάνουν στη Ρώμη, για το γαμήλιο ταξίδι. Κι ενώ ο σχολαστικός Ιβάν, είναι εντελώς απορροφημένος με τις κονφορμιστικές του δραστηριότητες, η Βάντα επωφελείται της ευκαιρίας για να ψάξει τον Λευκό Σεΐχη. Τον λατρευτό πρωταγωνιστή δηλαδή, μιας σειράς φωτορομάντζων που δημοσιεύεται σ' ένα περιοδικό ευρείας κατανάλωσης.

Η αλήθεια είναι ότι το σκηνοθετικό αυτό ντεμπούτο του Φεντερίκο Φελίνι, κάθε άλλο παρά επιτυχημένο, χαρακτηρίστηκε. "Η απόπειρα του Φελίνι ως σκηνοθέτη είναι αναμφίβολα χωρίς ερέθισμα", είναι τα σχόλια των κριτικών της εποχής, με αποτέλεσμα η ταινία να αποσυρθεί απ' όλες σχεδόν τις αίθουσες μέσα σε λίγες μόνο ημέρες. Ανάμεσα στις αιτίες της ολοκληρωτικής αποτυχίας, προστίθεται και η αληθινή αντιπάθεια που ο ηθοποιός Alberto Sordi, προκαλούσε στο κοινό του κινηματογράφου της εποχής εκείνης.

Είναι κι αυτός ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Φελίνι, θέλοντας πάλι τον Sordi ως πρωταγωνιστή και στην επόμενη ταινία του, τους "Vitelloni", αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες στην πραγματοποίησή της. Όταν μάλιστα μετά από πολλές ατυχίες η ταινία φτάνει στο τέλος, το όνομα του Alberto Sordi συνεχίζει να αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα στη διανομή. Κρίνεται λοιπόν απαραίτητο ν' αφαιρέσουν τ' όνομά του από τα προγράμματα καθώς και από τις πρώτες 50 κόπιες της ταινίας...

Oι χώροι του Φελίνι, δρόμοι, ηλιόλουστες πλατείες, μισοφωτισμένα νυχτερινά σοκάκια, συνοικιακά θέατρα, παλιές κινηματογραφικές αίθουσες, έρημες παραλίες, διαπερνούνται όλοι από την πνοή του φανταστικού. Είναι ακαθόριστοι, διφορούμενοι, θαρρείς στοιχειωμένοι. O Φελινικός κόσμος είναι μια πραγματική αυλή των θαυμάτων.

Βρισκόμαστε σε μια μικρή παραλιακή πόλη της Ρομάνια. Το καλοκαίρι κοντεύει να τελειώσει. Μια νεροποντή διακόπτει τη γιορτή όπου τελικά ο Ρικάρντο βρίσκει την ευκαιρία να επιδειχθεί σαν τραγουδιστής. Μέσα στην αναταραχή που ακολουθεί ανακαλύπτουν ότι η Σάντρα, αδερφή του Μοράλντο, είναι έγκυος από τον Φάουστο.

Οι γονείς συμφωνούν να επανορθώσουν με γάμο. Η μικρή πολιτεία ξαναπέφτει στην επαρχιακή μελαγχολία του χειμώνα. Αν και δεν είναι πια τόσο νέοι, οι φίλοι του Φάουστο περνούν τις μέρες τους άσκοπα, χαζεύοντας στα καφέ και κάνοντας παιδικά αστεία ενώ συντηρούνται από τις οικογένειές τους. Είναι "Τα Βουτυρόπαιδα" (Vitelloni)...

1952, και οι "Vitelloni" προβάλλονται στη Βενετία ακριβώς έναν χρόνο μετά τον "Λευκό Σεΐχη". Για τον Φελίνι, αυτή είναι η αληθινή και πρώτη, μεγάλη επιτυχία. Πως γεννήθηκε όμως αυτό το πολυβραβευμένο φιλμ;

Λοιπόν, η βασική ιστορία γράφτηκε μέσα σε 15 περίπου μέρες. Τα χειμωνιάτικα βράδια, οι περίπατοι στο τέλος του φθινοπώρου με τη θάλασσα κρυμμένη από την ομίχλη, τα βλακώδη και άγρια αστεία των φίλων, η μυθική προσμονή του καλοκαιριού, όλα αυτά δεν είναι παρά οι αναμνήσεις του Φεντερίκο από το Ρίμινι.

O Φελίνι υπήρξε ένας απόλυτος κινηματογραφικός δημιουργός. Mε το έργο του δεν απεικόνισε απλώς την πραγματικότητα, αλλά κατασκεύασε, με τα ίδια του τα χέρια, έναν φανταστικό κόσμο από σκιές και φως. Πνεύματα και φαντάσματα, σκιές κατοικημένες από υπάρξεις φυσιολογικές, αλλά ταυτόχρονα και φαντασιακές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί το "Λα Στράντα" (La Strada)του 1954.

Η αυλαία ανοίγει με τον Ζαμπανό (Anthony Quin), έναν τσιγγάνο που δίνει παραστάσεις στις πλατείες των χωριών. Πρωτόγονος και βίαιος, αγοράζει για λίγα χρήματα την αφελή αλλά και ευαίσθητη Tζελσομίνα (Giulietta Masina) από την φτωχή οικογένειά της. Μαζί πια, θα συνεχίσουν τη νομαδική ζωή τους.

Η ταινία δεν είναι παρά μια τεράστια, περιπλανώμενη και φανταστική γιορτή, που οδεύει στους σκονισμένους δρόμους, της απίθανα μοναχικής μιζέριας, καταλαμβάνοντας έτσι μια αδιάφορη και απολίτικη χώρα. Μοναδική στον ρόλο της η Τζουλιέτα Μασίνα, αποδεικνύει απλά γιατί δικαίως συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες ερμηνεύτριες της εποχής της.

Ακολουθούν το 1955 οι "Σκιές του Υποκόσμου" (Il Bidone). Πανούργοι και κακοντυμένοι απατεώνες, κάνουν εδώ την εμφάνιση τους. Αλλά σχεδόν πάντα τελειώνουν τις δουλειές τους αναίμακτα, λόγω δειλίας. Πορτρέτο αισχρών εγκληματιών, οι "Σκιές του Υποκόσμου" είναι μια ταινία "είδους", από αυτές που πάντα αρέσκεται να δημιουργεί ο Ιταλός σκηνοθέτης.

Φτάνουμε έτσι στις "Νύχτες της Καμπίρια" ("Le Notti di Cabiria") του 1957. Το σχέδιο αυτής της ταινίας ο Φεντερίκο το δούλευε πολύ καιρό. Η πρώτη ιδέα ανάγεται στο '47, όταν είχε προτείνει στον Ροσελίνι να γυρίσουν την ιστορία μιας πόρνης.

Για να γράψει το σενάριο, ο Φελίνι διεξάγει μια έρευνα στους χώρους που θα περιέγραφε η ταινία, ενώ προσκαλεί και τον Pier Paolo Pasolini να συνθέσει τους διαλόγους. Η Καμπίρια είναι μια φτωχή πόρνη, άδολη και εύθραυστη, που ποτέ στη ζωή της δεν υπήρξε τυχερή.

Ένας φίλος της προσπάθησε να την σκοτώσει για να βάλλει στο χέρι τα χρήματά της. Οι συναδέλφισσές της, την κοροϊδεύουν. Ένας γνωστός ηθοποιός την ταπεινώνει αφού την εξαπατά με την θρυλική ματαιοδοξία της επιτυχίας του. Ενώ στη διάρκεια μιας υστερικής θρησκευτικής τελετής, η Καμπίρια προσεύχεται να γίνει ένα θαύμα, ώστε να αλλάξει η μοίρα της και όλα να ξαναπάρουν το δρόμο τους.

Η οριστική κόπια της ταινίας προβάλλεται τον Μάρτη του '57 στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου και σημειώνει μεγάλη επιτυχία, με την Τζουλιέτα Μασίνα να κερδίζει το βραβείο γυναικείας ερμηνείας. Την επόμενη χρόνια, στην τελετή των Όσκαρ, η ταινία θα αποσπάσει και το βραβείο Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Ο Μαρτσέλο Ρουμπίνι είναι δημοσιογράφος και αρθρογραφεί σ' ένα έντυπο σκανδάλων, παρ' όλο που ελπίζει να μπορέσει κάποτε να γράψει πιο σοβαρά. Για επτά ημέρες κι άλλες τόσες νύχτες γίνεται ο ξεναγός σ' ένα ταξίδι της ζωής στη Ρώμη. Η "Γλυκιά Ζωή" (La Dolce Vita) κάνει πρεμιέρα στις Ιταλικές αίθουσες, τον Φεβρουάριο του 1960.

Η επιτυχία στο κοινό συμβαδίζει με τις πολεμικές. Στην πρώτη προβολή η ταινία γιουχάρεται και μερικοί αποδοκιμάζουν τον Φελίνι που (για κακή του τύχη) βρίσκεται στην αίθουσα. Οι κατηγορίες που του καταλογίζουν, αφορούν την ανηθικότητα που πιστεύουν ότι προωθεί η εν λόγω ταινία.

Το φιλμ προσβάλλεται από τα επίσημα όργανα της καθολικής εκκλησίας ενώ η υπόθεση φτάνει ακόμα και στη βουλή. Παρ' όλα αυτά η ταραχή των πολεμικών συντελεί στην τεράστια εμπορική επιτυχία της ταινίας, αλλά εμποδίζει μια σαφή κριτική ανάλυση, τουλάχιστον τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Νεολογισμοί, που ανθίστανται ακόμα, δείχνουν πόσο ο σκηνοθέτης επηρεάστηκε και επηρέασε τα Ιταλικά ήθη του μεταπολέμου. Ευγενείς θλιβερά παρατεταγμένοι στους ερειπωμένους πύργους τους, μυστικές εμφανίσεις, διανοουμενίστικες συγκεντρώσεις και πάει λέγοντας. Είναι ουσιαστικά ολόκληρη η Ιταλία του '50 που ανακαλείται, εδώ.

Με την αφελή επιθυμία της για ζωή, με την επιτηδευμένη ελαφρότητα που σήμερα μας φαίνεται παραμυθένια, με το γούστο στο καλό ντύσιμο, την ευχαρίστηση που προσφέρει ένα καθαρό ρούχο, ο περίπατος το βράδυ με το αυτοκίνητο, το χάζεμα κάτω από τις αναμμένες λάμπες του καφέ. Όλα αυτά, ο Φελίνι δεν τα εφηύρε, αλλά τα θυμήθηκε...

Στοχασμός έντονα δημιουργικός με θέμα την αδυναμία της δημιουργίας" είναι τα πρώτα σχόλια που συνοδεύουν την επόμενη ταινία του Φεντερίκο Φελίνι. Ενώ χαρακτηριστικό παραμένει το γεγονός της επιλογής του τίτλου της. Στην καρτέλα που ο Ιταλός σκηνοθέτης κρατά τις σημειώσεις του, ανάμεσα στα συνηθισμένα του σκίτσα, είχε κακογραφεί ένα μεγάλο οκτώ και ½, γιατί ακριβώς εκείνο το σχέδιο ήταν το όγδοο και μισό φιλμ, κι έτσι λοιπόν έμεινε τελικά κι ως τίτλος.

Ο Γκουίντο Ανσέλμι είναι ένας γνωστός σκηνοθέτης που περνά μια περίοδο θεραπείας σε κάποια ιαματικά λουτρά. Στα όνειρά του συσσωρεύονται εφιάλτες, παιδικές μνήμες και αισθήματα ενοχής που πηγάζουν από μια καθολική παιδεία. Ετοιμάζει μια καινούργια ταινία και όπως είναι φυσικό σε τέτοιες περιπτώσεις, γύρω του στροβιλίζονται κάθε λογής άτομα που θα μπορούσαν να έχουν σχέση μ' αυτήν. Το "8 ½" προβάλλεται τον Φλεβάρη του 1963.

Πίσω βέβαια απ' όλα αυτά, βρίσκονται οι ονειρικές συνθέσεις του Nino Rota που θα 'πρεπε, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον εδώ να τον θυμηθούμε. Γιατί η μουσική επένδυση με την οποία στόλισε το "8 ½", έμεινε από τις πλέον μνημειώδης.

Ο Nino Rota, συνθέτης της μουσικής όλων των ταινιών του Φελίνι από τους καιρούς του "Sceicco Bianco" ("Λευκός Σεΐχης") μέχρι την "Prova d' Orchestra" ("Πρόβα Ορχήστρας"), δημιούργησε και τα μουσικά "σχόλια" πολλών άλλων σκηνοθετών, όπως οι "Notti Bianche" (Λευκές Νύχτες"), "Rocco e i Suoi Fratelli" ("Ο Ρόκο και τ' αδέρφια του"), αλλά και ο "Gattopardo" ("Γατόπαρδος") του Luchino Visconti.

Είναι όμως σίγουρο, ότι το όνομά του μένει άρρηκτα δεμένο μ' αυτό του Φελίνι, καθώς υπέγραψε μερικά από τα πιο γνωστά μοτίβα, από το "La Strada" μέχρι το "8 ½". Μελωδίες που ξαναφέρνουν αίφνης, σαν νότα που δραπετεύει σιωπηλά, έναν κόσμο γεμάτο κλόουν, οξύθυμες καλόγριες, ανήσυχους κομπάρσους, ερειπωμένες τέντες τσίρκων κι ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί, μέσα από το πολυσύνθετο σύμπαν του Φεντερίκο Φελίνι

Του Γιώργου Ρούσσου

Πηγή: tvxs.gr

Ακρόπολη

Κατηγορία Γενική | Αναρτήθηκε 19-01-2017 09:48:58 am | από nskarmoutsos

Στιγμιότυπο από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης.

Πηγή: naftemporiki.gr

Έντγκαρ Άλαν Πόε

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 07-10-2011 12:10:50 am | Αναδημοσίευση 07-10-2012 | από nskarmoutsos

 

Ζωή σαν θάνατος, σαν ποίημα
Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe), (19 Ιανουαρίου 1809 - 7 Οκτωβρίου 1849), ήταν Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής και κριτικός. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.

Η προσωπική τραγωδία ήταν, δυστυχώς, μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση σ' ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Γεννημένος στη Βοστώνη το 1809 από γονείς ηθοποιούς, ποτέ δε γνώρισε τον πατέρα του Ντέιβιντ Πόε, που εγκατέλειψε τη μητέρα του και εξαφανίστηκε λίγο μετά τη γέννηση του Έντγκαρ, για να πεθάνει στη Βιρτζίνια το 1810. Η μητέρα του, που υπέφερε από φυματίωση, πέθανε στο Ρίτζμοντ της Βιρτζίνια το Δεκέμβρη του 1811, αφήνοντας ορφανούς τον Ένγκαρ, το μεγαλύτερο αδελφό του Ουίλιαμ Χένρι και την αιτεροθαλή αδελφή τους Ροζαλί.
Η κυρία Φράνσις Άλαν από το Ρίτζμοντ έπεισε τον πλούσιο έμπορο σύζυγό της Τζον να πάρει στο σπίτι τους τον Έντγκαρ. Ήταν στο σπίτι τους που μεγάλωσε ο Έντγκαρ, κι εκεί που δέχτηκε και τις πρώτες επιρροές του, που ήταν ιστορίες σκλάβων και παραμύθια ειπωμένα από καροτσέρηδες και έμπορους της θάλασσας. Οι νεκροί κι οι ετοιμοθάνατοι πάντα όριζαν την ψυχοσύνθεση του Έντγκαρ. Σύμφωνα μάλιστα με μια ιστορία, όταν ήταν έξι χρόνων, κάποια μέρα καθώς περνούσε από το τοπικό νεκροταφείο ένιωσε να «καταλαμβάνεται από τον τρόμο», καθώς ήταν σίγουρος ότι τα πνεύματα των απέθαντων θα τον κυνηγούσαν. Το 1815, η οικογένεια πήγε στην Σκοτία και την Αγγλία, όπου έζησαν για πέντε χρόνια. Οι εμπειρίες από το σχολείο προσέθεσαν ακόμη περισσότερες επιρροές στη ζωή του.
Επιστρέφοντας στο Ρίτζμοντ, κι ενώ βρισκόταν στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, ο Έντγκαρ άρχισε να γράφει ποίηση σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Λίγο μετά συνάντησε και τον έρωτα στο πρόσωπο ενός κοριτσιού που άκουγε στο όνομα Ελμίρα, με την οποία και συνήψε δεσμό. Το 1826 τον έστειλαν στο πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια για να σπουδάσει νομικά. Ο πλούσιος πατριός του, με τον οποίο πάντα είχε μια τρικιμιώδη σχέση, του έδωσε 100 δολάρια για να καλύψει τα χρονιαία του έξοδα, τα οποία ξεπερνούσαν τα 450 δολάρια. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες ο νεαρός ποιητής σύντομα βρέθηκε χρεωμένος, και άρχισε να παίζει χαρτιά για να καλύψει τις ζημιές του. Και σαν να μην έφταναν αυτά, τα γράμματα της Ελμίρα προς αυτόν υποκλέπτονταν κι από τους γονείς της κι από τους δικούς του, με αποτέλεσμα η κοπέλα που δεν πήρε τις απαντήσεις που περίμενε από τον Έντγκαρ, να πειστεί ν' αρραβωνιαστεί κάποιον άλλο. Μετά απ' αυτό, ο Έντγκαρ τόριξε στο ποτό. Οι αντιστάσεις του στο αλκοόλ ωστόσο ήταν αδύνατες και πολύ εύκολα γινόταν βίαιος και παρανοϊκός όταν έπινε πολύ.
Μέχρι το τέλος του χρόνου, ο κ. Άλαν έβγαλε τον Έντγκαρ από το πανεπιστήμιο. Μετά από φοβερούς καυγάδες με τον πατριό του ο ποιητής εγκατέλειψε το σπίτι και κατευθύνθηκε προς τη Βοστώνη. Το 1827 εξέδωσε το πρώτο του βιβλιαράκι με τίτλο, «Ο Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα». Η φτώχεια του, τον ίδιο χρόνο, τον οδηγεί στην απεγνωσμένη λύση της στράτευσης. Κατατάσσεται στα 18 του χρόνια σαν Έντγκαρ Α. Πέρι, αναφέροντας στην αίτησή του ότι είναι 22 χρόνων. Το 1829, μετά το θάνατο της αγαπητής του μητριάς, ο Έντγκαρ κάνει αίτηση για εγγραφή στην στρατιωτική ακαδημία του West Point, έχοντας την υποστήριξη του πατριού του, αλλά και κάποιου αξιωματικού.
Με το που βρέθηκε, όμως, στο West Point το 1830, βούλιαξε και πάλι στα χρέη. Έμοιαζε επίσης να μην του ταιριάζει το κλίμα εκεί. Ήταν μεγαλύτερος από τους άλλους φοιτητές, πιο μορφωμένος και σωματικά πιο αδύνατος. Ενώ βρισκόταν στην ακαδημία, μελέτησε τους ρομαντικούς ποιητές, δηλαδή τους Byron, Shelley, Keats, Wordsworth και Coleridge, και άφησε να διαδοθεί η φήμη ότι ήταν εγγονός του Μπένετικτ Άρνολντ. Έχοντας βαρεθεί το West Point ως τις αρχές του 1831, ο Έντγκαρ αποφάσισε να παραμελεί τα καθήκοντά του για να τον διώξουν. Τον Ιανουάριο πέρασε από στρατοδικείο για διάφορα παραπτώματα. Μετά την απόλυσή του, κατέληξε να ζει στη Βαλτιμόρη με την αδελφή του πατέρα του Μαρία Κλεμ (θεία Μάτι) και την κόρη της Βιργινία.
Εκεί, άρχισε να γράφει πεζά κείμενα τα οποία ήθελε να υποβάλει σε διάφορους διαγωνισμούς διηγημάτων. Την ίδια περίοδο, στα 1832, ανακάλυψε και το όπιο, ένα συνηθισμένο φάρμακο της εποχής, που ήταν διεγερτικό και είχε την ικανότητα να εξουδετερώνει την πείνα και το κρύο και να επεκτείνει την αίσθηση του χρόνου. Στη διάρκεια εκείνου του καλοκαιριού είχε δεθεί ερωτικά με τη Μαίρη Ντέβερο, αλλά ο δεσμός αυτός δεν κράτησε πολύ, λόγω της τρομακτικής συμπεριφοράς που παρουσίαζε κάθε φορά, που βρισκόταν υπό την επιρροή του αλκοόλ ή των ναρκωτικών. Το 1833 κέρδισε ένα λογοτεχνικό βραβείο αξίας 50 δολαρίων από μια εφημερίδα της Βαλτιμόρης για την ιστορία του, «Μήνυμα στο μπουκάλι». Αυτό του έφερε την πρώτη σημαντική αναγνώριση και φήμη τους τοπικούς λογοτεχνικούς κύκλους.
Ο Τζον Άλαν πέθανε το 1834, αλλά δεν άφησε κάτι αξίας από την περιουσία του στο θετό γιο που ποτέ δεν υιοθέτησε, τον Έντγκαρ.
Ο Πόε σύντομα πρόσθεσε και τη λήψη λάβδανου στις κακές του συνήθειες.
Το 1835 επέστρεψε στο Ρίτζμοντ για να δουλέψει σαν συντάκτης στη Southern Literary Messenger. Τότε ήταν που παντρεύτηκε και τη δεκατριάχρονη ξαδέρφη του Βιργινία, πρώτα σε μια κρυφή τελετή, και μετά σε μια δημόσια, στο πιστοποιητικό της οποίας αναφερόταν ότι το κορίτσι ήταν 21 χρόνων.
Μετά από διάφορες μετακομίσεις και διάφορες δουλειές η μικρή οικογένεια των Έντγκαρ, Βιργινίας και Μάτι, κατέληξε στη Φιλαδέλφεια, όπου ο ποιητής έπιασε δουλειά στο Burton's Gentleman's Magazine. Ήταν στη διάρκεια εκείνης της περιόδου που ο Πόε έγραψε μερικές από τις πιο γνωστές του ιστορίες τρόμου και του υπερφυσικού. Τότε άρχισε να εκκολάπτεται μέσα του και η ιδέα να ξεκινήσει κάποιο δικό του περιοδικό, το The Penn Magazine, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε, The Stylus.
Στη διάρκεια ενός δείπνου, τον Ιανουάριο του 1842, ενώ η Βιργινία έπαιζε την άρπα και τραγουδούσε ξαφνικά κόπηκε η αναπνοή της και άρχισε να βήχει δυνατά. Βγήκε αίμα απ' το στόμα της, λερώνοντας το λευκό της φόρεμα. Αυτό το γεγονός επιβεβαίωσε εκείνο που ο Έντγκαρ φοβόταν από καιρό: ότι η Βιργινία υπέφερε από τη μυστηριώδη ασθένεια της φυματίωσης που του είχε ήδη στερήσει τη μητέρα και τον πατέρα του. Η ανακάλυψη αυτή τον έριξε με πάθος στο ποτό. Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1842, κι ενώ η θεία Μάτι κρατούσε το σπιτικό όπως μπορούσε, ακόμη και δεχόμενη ελεημοσύνη, η κατάσταση της Βιργινίας υποτροπίασε. Ο Πόε αναζήτησε τη νιόπαντρη Μαίρη Ντέβερο στη Νέα Υόρκη. Περίμενε έξω απ' την πόρτα της μέχρι να γυρίσει σπίτι, και με το που την είδε την κατηγόρησε ότι δεν αγαπούσε τον άντρα της. Μετά από λίγες μέρες, τον βρήκαν να περιπλανιέται στο δάσος, βρώμικο και αναμαλλιασμένο.
Λίγο καιρό μετά μπήκε σ' εφαρμογή ένα σχέδιο για να βρεθεί υποστήριξη για το σχεδιαζόμενο περιοδικό του Πόε μέσω πολιτικών επαφών. Οι προσπάθειές του στη Φιλαδέλφεια απέτυχαν, αλλά το 1943 τον προσκάλεσαν για να δώσει μια διάλεξη στην Ουάσιγκτον και να συναντηθεί με τον πρόεδρο στο Λευκό Οίκο. Αυτή ήταν η πιο σημαντική ευκαιρία που είχε ποτέ ο Πόε για να κάνει καλή εντύπωση και ν' αποκτήσει χρήσιμους συμμάχους. Αλλά, λίγες μόλις μέρες μετά την άφιξή του στην Ουάσιγκτον, ο Πόε πείστηκε να πιει ποτό στη διάρκεια ενός δείπνου. Κι αυτό οδήγησε σε ακόμη περισσότερο ποτό. Τελικά, η διάλεξή του ακυρώθηκε, και όταν παρουσιάστηκε στο Λευκό Οίκο, ήταν μεθυσμένος και ρεζιλεύτηκε. Με όλες του τις ελπίδες για στήριξη στο περιοδικό του κατεστραμμένες, επέστρεψε στη Φιλαδέλφεια.
Παρακολουθώντας στη Βιργινία να αργοπεθαίνει αυξήθηκαν οι τάσεις του Πόε για αυτοκαταστροφή. Στο ποίημά του «Το σκουλήκι κατακτητής» (The Conqueror Worm), το οποίο γράφτηκε στη διάρκεια αυτής της σκοτεινής περιόδου, προβάλει την εικόνα ενός καταστροφικού σκουληκιού ή κάμπιας, και την αποσύνθεση της ανθρωπότητας.
Αν και ο Πόε απέκτησε αναγνώριση στους λογοτεχνικούς κύκλους, τίποτα δε θα μπορούσε να συγκριθεί με τη φήμη που απόκτησε με το που έκδοσε το 1845 το ποίημα, «Το κοράκι». Το ποίημα αυτό έγινε μια εθνική ψύχωση μέσα σε λίγες βδομάδες, και ανατυπώθηκε σε εφημερίδες και περιοδικά σ' ολόκληρη τη χώρα, αλλά λόγω του ότι τότε δεν υπήρχε προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, όλες αυτές οι ανατυπώσεις δεν απέφεραν στον Πόε ούτε ένα σεντ. Συνέχισε να ζει στην αιώνια φτώχεια του.
Στο μεταξύ η κατάσταση της Βιργινίας συνέχισε να χειροτερεύει, και τον Ιανουάριο του 1847, στην ηλικία των 25 υπέκυψε στο μοιραίο. Το 1848, ο Έντγκαρ αρραβωνιάστηκε τη Σάρα Έλεν Ουίτμαν, αλλά ο γάμος αναβλήθηκε δυο μέρες πριν την τέλεσή του, καθώς ο Πόε που είχε υποσχεθεί να κόψει το ποτό, εντοπίστηκε να πίνει. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες επέστρεψε στο Ρίτζμοντ όπου συνάντησε τον έρωτα της πρώτης του νιότης την Ελμίρα, την οποία αρραβωνιάστηκε. Ο γάμος ορίστηκε για τις 17 Οκτωβρίου 1849.
Το Σεπτέμβρη ο Πόε αναχώρησε για να συναντήσει κάποιους φίλους και συγγενείς και να φροντίσει κάποιες δουλειές, ταξιδεύοντας προς τη Νέα Υόρκη μέσω Βαλτιμόρης και Φιλαδέλφειας. Δεν τα κατάφερε να πάει πιο πέρα από τη Βαλτιμόρη. Έφτασε εκεί μεθυσμένος και εξαφανίστηκε για πέντε μέρες. Όταν, τελικά, τον βρήκαν βρισκόταν σε παραλήρημα. Τον οδήγησαν στο νοσοκομείο όπου κρατήθηκε με το ζόρι στη ζωή για λίγες ακόμη μέρες. Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε πέθανε την Κυριακή 7 Οκτωβρίου 1849. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Κύριε βοήθα τη φτωχή μου ψυχή». Σαν ένα μυστηριώδες υστερόγραφο στη ζωή του: Κάποιος ανώνυμος επισκέπτης παίρνει τρία κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μπουκάλι κονιάκ στον τάφο του Πόε, στη Westminster Church της Βαλτιμόρης, στην επέτειο των γενεθλίων του συγγραφέα κάθε χρόνο, από το 1949.
Λάκης Φουρουκλάς
για το www.lexima.gr

Ατμόπλοιο «Χειμάρα», ο ελληνικός «Τιτανικός»

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 19-01-2012 12:07:07 am | Αναδημοσίευση 19-01-2013 | από nskarmoutsos

Είναι το μεγαλύτερο ναυάγιο στη μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο ελληνική ιστορία, , κι όμως παραμένει σε μεγάλο βαθμό ξεχασμένο, καθώς είχε την “ατυχία” ‘να συμβεί μεσούντος του εμφυλίου – άλλες τραγωδίες απασχολούσαν την κοινή γνώμη.
Το “Χειμάρα”, επιβατηγό ατμόπλοιο, είχε ναυπηγηθεί στη Γερμανία το 1905 και είχε παραχωρηθεί το 1946 – ήδη 41 ετών- στην Ελλάδα, ως μέρος των πολεμικών αποζημιώσεων. Ήταν και αυτό πλοίο που είχε υποστεί μετασκευές καθώς κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου εχρησιμοποιείτο ως εκπαιδευτικό πλοίο για τους κυβερνήτες των υποβρυχίων του Γερμανικού ναυτικού.
Στις 19 Ιανουαρίου 1947, ημέρα Σάββατο, το Ε/Γ “Χειμάρα” πραγματοποιούσε το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη- Πειραιάς. Έπλεε την νύχτα στον νότιο Ευβοϊκό, μεταφέροντας 544 επιβάτες και έχοντας πλήρωμα 86 ατόμων, όταν προσέκρουσε στο σύμπλεγμα βραχονησίδων Βερδούγια ανοιχτά από τα Στύρα. Βυθίστηκε σε ελάχιστο χρόνο, παρασύροντας στο θάνατο 383 ανθρώπους.
Από τους 383 νεκρούς του “Χειμάρα”, οι 39 ήταν κομμουνιστές που μεταφέρονταν στους τόπους της εξορίας τους. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες όσων σώθηκαν, για να μη μπορούν να δραπετεύσουν, οι φύλακές τους είχαν δέσει στο αμπάρι, ασφαλίζοντας τα χέρια τους με χειροπέδες. Τα μέτρα αυτά έκαναν την διαφυγή πολύ δυσκολότερη. Εικοσιεννέα εκ των κρατουμένων ακολούθησαν το καράβι στο βυθό, ενώ δέκα κατόρθωσαν να σωθούν – ορισμένοι και να βοηθήσουν στη διάσωση άλλων επιβατών.
Η καταδυτική μας ομάδα ανακάλυψε το ναυάγιο μετά από επίπονες έρευνες το 1999 σε βάθος -35 μέτρων.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και την κατάσταση του ναυαγίου σήμερα, το πλοίο για άγνωστους λόγους υπέστη πλήρη καταστροφή στον βυθό από εκρηκτικά που τοποθέτησαν εκείνη την εποχή κάποιοι.
Στο ναυάγιο βρεθήκαν προσωπικά είδη των επιβατών, εφημερίδες της εποχής που διασώθηκαν στη λάσπη (φαινόμενο ιδιαίτερα σπάνιο),ξίφη, και όπλα.
Το ναυάγιο έχει μείνει στην Ιστορία ως “ο Τιτανικός της Ελληνικής Ακτοπλοΐας”.

Πηγή: seabreaze.gr

Το κίνημα των Λουδιτών και οι καταστροφές των μηχανών

Κατηγορία Ιστορία | Αναρτήθηκε 19-01-2014 09:20:36 am | από nskarmoutsos

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Οι απαρχές των επαναστατικών κινημάτων
1812
Οι εργατικές εξεγέρσεις ενάντια στην εισαγωγή των μηχανών στην παραγωγική διαδικασία κράτησαν πάνω από δύο αιώνες, με αποκορύφωμα το περίφημο κίνημα των Λουδιτών
Ήδη από τον 17ο αιώνα είχαν αρχίσει οι έντονες αντιδράσεις των εργατών ενάντια στην εισαγωγή των μηχανών στην παραγωγική διαδικασία. Χαρακτηριστικά σημειώνει ο Μαρξ στο πρώτο μέρος του Κεφαλαίου του: «Όλη σχεδόν η Ευρώπη γνώρισε τον 17ο αιώνα εξεγέρσεις εργατών ενάντια στη λεγόμενη Bandmuhle (αργαλειός ταινιών), που λέγεται και Schnurmuhle ή Muhlenstuhl, μια μηχανή που υφαίνει κορδέλες και σιρίτια. Στα τέλη του πρώτου τρίτου του 17ου αιώνα ο εξεγερμένος όχλος κατέστρεψε ένα ατμοκίνητο πριονιστήριο, που είχε κατασκευάσει ένας Ολλανδός κοντά στο Λονδίνο. Ακόμα και στις αρχές του 18ου αιώνα οι υδροκίνητες πριονιστικές μηχανές μόλις και μετά βίας κατάφεραν να υπερνικήσουν τη λαϊκή αντίσταση, που την υποστήριζε το Κοινοβούλιο. Όταν το 1758 ο Έβερετ κατασκεύασε την πρώτη υδροκίνητη κουρευτική μηχανή, τη μηχανή αυτή την έκαψαν μερικές εκατοντάδες εργάτες που έμειναν χωρίς δουλειά».
Οι πρώτες αντιδράσεις
Οι εντυπωσιακές αλλαγές που εισήγαγαν στον τρόπο παραγωγής οι πρώτες βιομηχανικές μονάδες σκόρπισαν τον τρόμο στους εργάτες, οι οποίοι πίστευαν ότι θα αντικατασταθούν από τις μηχανές. Έτσι, σημειώθηκαν δυναμικές αντιδράσεις στην επέλαση των μηχανών, που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις παραδοσιακές στάσεις εργασίας και σύντομα έλαβαν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Συχνά οι αντιδράσεις αυτές έπαιρναν τα χαρακτηριστικά της ατομικής τρομοκρατίας, των προσωπικών αντεκδικήσεων και των βίαιων εκδηλώσεων, που απέβλεπαν στην καταστροφή των ίδιων των μηχανημάτων. Ήδη από το 1798 οι βιομήχανοι διαμαρτυρήθηκαν στο Κοινοβούλιο ότι δέχονταν απειλές κατά της ζωής τους από τους υφαντές, οι οποίοι τους απειλούσαν επί πλέον ότι θα κάψουν τα σπίτια τους και τις βιοτεχνίες τους, αν δεν δέχονταν τους όρους τους. Στα 1733 πάλι καταγράφεται ένα περιστατικό όπου μικροτεχνίτες και εργάτες γκρέμισαν το σπίτι του Τζ. Κέι, εφευρέτη της «ιπτάμενης σαΐτας».
Αυτού του είδους οι κινητοποιήσεις κατά μια ευρεία έννοια αποτελούσαν ένα σύνηθες είδος «συλλογικής διαπραγμάτευσης» και στους δύο επόμενους αιώνες που ακολούθησαν. Έτσι ολόκληρο τον 18ο αιώνα αλλά και στο πρώτο μισό του 19ου παρατηρούνται φαινόμενα κινητοποιήσεων, διαδηλώσεων, καταστροφές μηχανών, τρομοκρατικές ενέργειες, που είχαν ως αποτέλεσμα να καταγραφούν άγριες δολοφονίες βιομηχάνων, καθώς και πυρπολήσεις εργοστασίων.
Νεντ Λουντ, ένας ήρωας - φάντασμα
Ένα εντυπωσιακό γεγονός που προκύπτει από αυτή την αλυσιδωτή σειρά αντιδράσεων είναι ότι γεννήθηκε ένα κίνημα. Σύμφωνα με την παράδοση, το 1779 σε ένα χωριό του Λέισεστερσάιρ κάποιος Νεντ Λουντ μπήκε σε ένα εργοστάσιο σε κατάσταση υστερίας και κατέστρεψε δυο πλεκτικές μηχανές. Από αυτόν – του οποίου η φυσική ύπαρξη αμφισβητείται – έλαβε το όνομά του το κίνημα των Λουδιτών.
Από τότε που κυκλοφόρησε αυτή η φήμη, η καταστροφή κάθε αργαλειού συνοδευόταν από τον μύθο του Νεντ Λουντ. Έτσι το 1811-12 συνειδητά υιοθετήθηκε το όνομά του ως σύμβολο αντίστασης κατά των μηχανών που «βλάπτουν την κοινότητα». Στο εξής οι ανακοινώσεις των Λουδιτών έφεραν την υπογραφή του στρατηγού Λουντ, μια υπογραφή που εξέφραζε και εκπροσωπούσε το συλλογικό ψευδώνυμο του κινήματος κατά των μηχανών. Σύντομα το κίνημα αυτό ενδυναμώθηκε τόσο, ώστε να απειλεί τις κυρίαρχες τάξεις μέσα από διαφορές προκηρύξεις που κυκλοφορούσε! Να τι αναφέρεται σε μια χαρακτηριστική προκήρυξή τους:
«Δεν θα καταθέσουμε ποτέ τα όπλα μέχρις ότου η Βουλή των Κοινοτήτων να υιοθετήσει νόμο για να απομακρυνθούν όλες οι μηχανές οι οποίες είναι επιζήμιες για τις λαϊκές τάξεις και να ανακαλέσει τον νόμο για τον απαγχονισμό εκείνων που σπάζουν τις μηχανές. Όμως εμείς, δεν υποβάλουμε απλώς αίτημα, αυτό δεν αρκεί – πρέπει να πολεμήσουμε.
Υπογράφεται από τον στρατηγό του στρατού των Εκδικητών
Νεντ Λουντ, γραμματέας
Εκδικητές για πάντα.
Αμήν!».
Η δράση των Λουδιτών
Το λουδίτικο κίνημα έδρασε στις κομητείες εκείνες, στις οποίες κατά το παρελθόν είχε γεννηθεί ο θρύλος του Ρομπέν των Δασών, ενός ιδιότυπου προστάτη των φτωχών. Στην καρδιά λοιπόν της Βρετανίας, εκεί όπου βρίσκονται οι κομητείες Γιόρκσάιρ, Λάνκασάιρ, Τσεσάιρ, Ντέρμπισάιρ και Νοτιγχαμσάιρ, γεννήθηκε και έδρασε το κίνημα αυτό, που είχε ως βασικό του στόχο να σταματήσει την εισαγωγή των μηχανών στην παραγωγική διαδικασία. Το κίνημα αυτό έλαβε χαρακτήρα τολμηρό και άγριο, χωρίς προηγούμενο ανάμεσα στις κατώτερες τάξεις της χώρας.
Τους πρώτους μήνες του 1811 ο «Στρατός των Εκδικητών» υπό τον «στρατηγό Λουντ» απέστειλε τις πρώτες απειλητικές επιστολές στους βιομήχανους του Νότιγχαμ. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς σημειώθηκαν αρκετές επιθέσεις εναντίον μηχανών και εργοστασίων στην ίδια πόλη. Η αντίδραση των τοπικών αρχών του Νότιγχαμ στη δράση των Λουδιτών υπήρξε άμεση: προσέλαβαν 400 αστυνομικούς ειδικευμένους στην προστασία των εργοστασίων και προσέφεραν αμοιβή 50 στερλινών σε όποιον έδινε χρήσιμες πληροφορίες σχετικές με τη δράση τους.
Τον Φεβρουάριο του 1812, η τότε κυβέρνηση των Τόρις κατέθεσε νομοσχέδιο που ζητούσε την παραδειγματική τιμωρία όσων κατέστρεφαν εργοστάσια και μηχανές. Σε αυτό το νομοσχέδιο αντέδρασε ο λόρδος Βύρων εκφωνώντας έναν εμπνευσμένο λόγο, στον οποίο προσπαθούσε να καταστήσει κατανοητούς τους λόγους που ωθούσαν τους Λουδίτες σε αυτές τις ενέργειες. Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο οι Λουδiτες, που δεν πτοήθηκαν από το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο που τους αφορούσε, οργάνωσαν μια σειρά επιθέσεων εναντίον των εργοστασίων στο Χάλιφαξ, το Λιντς κ.α.
Η πιο σημαντική σύγκρουση που έφερε τους Λουδίτες αντιμέτωπους με τους φύλακες των εργοστασίων σημειώθηκε τον Απρίλιο του ίδιου έτους, όταν 150 κάτοικοι του Γιορκσάιρ οπλισμένοι με διάφορα αυτοσχέδια όπλα επιτέθηκαν στο πολυώροφο κτήριο του υφαντουργείου Rawfolds Mill, το οποίο ανήκε σε έναν μισητό βιομήχανο. Η επίθεση αποκρούστηκε και οι Λουδίτες είχαν στις τάξεις τους δύο νεκρούς. Λίγες μέρες αργότερα τραυμάτισαν θανάσιμα τον βιομήχανο Γ. Χόρσφαλ. Για την επίθεση στο Rawfolds Mill όσο και για τη δολοφονία του Γ. Χόρσφαλ οι τοπικές αρχές συνέλαβαν πάνω από εκατό υπόπτους. Από αυτούς, τρεις εκτελέστηκαν για τον φόνο του βιομήχανου και δεκατέσσερις απαγχονίστηκαν για την επίθεση στο εργοστάσιο. Οι επιθέσεις αυτού του τύπου αλλά και οι απειλές εναντίον των μελών του Κοινοβουλίου δεν έλειψαν κατά τους επομένους μήνες, με αποτέλεσμα οι Λουδίτες να βρεθούν αντιμέτωποι με τις αρχές που ήδη άρχισαν να παίρνουν στα σοβαρά τα μέτρα τους προκειμένου να τους αντιμετωπίσουν.
Η κριτική των Μαρξ και Ένγκελς
Από νωρίς οι δυο μεγάλοι θεωρητικοί του εργατικού κινήματος ήταν επιφυλακτικοί απέναντι σε τέτοιου είδους αντιδράσεις. Χαρακτηριστικά στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» αναφέρουν σχετικά ότι τέτοιες κινήσεις στην ουσία έστρεφαν το εργατικό κίνημα στο παρελθόν σα να αναπολούσαν το καθεστώς του μεσαιωνικού εργάτη. «Οι εργάτες στρέφουν τις επιθέσεις τους όχι μονάχα ενάντια στις αστικές σχέσεις παραγωγής, τις στρέφουν ενάντια και στα ίδια τα εργαλεία παραγωγής. Κατέστρεψαν τα ξένα εμπορεύματα που τους συναγωνίζονται, σπάνε τις μηχανές, καίνε τα εργοστάσια και προσπαθούν να κατακτήσουν ξανά τη χαμένη θέση του μεσαιωνικού εργάτη».
Τέλος, τις «λουδίτικες» αντιδράσεις ενάντια στην εισαγωγή των μηχανών ενστερνίστηκαν και οι αγρότες, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για την εισαγωγή των μηχανών στην αγροτική παραγωγή. Και αυτοί προχώρησαν σε πράξεις καταστροφής των μηχανών, όπως και σε εμπρησμούς. Περίφημες έμειναν στην Ιστορία οι εκδηλώσεις του «Κάπτεν Σουίνγκ» σε μια σειρά από κομητείες το 1830, όπου σημειωθήκαν πάνω από 300 εμπρησμοί και καταστροφές μηχανών.

Πηγή: topontiki.gr

Βασίλης Τσιτσάνης, ο μεγαλύτερος? Έλληνας δημιουργός του λαϊκού τραγουδιού

Κατηγορία Πρόσωπα | Αναρτήθηκε 31-08-2011 12:10:48 am | Αναδημοσίευση 18-01-2013 | από nskarmoutsos

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα από γονείς Ηπειρώτες. Τσαρουχάς ο πατέρας του, είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά κλέφτικα τραγούδια της πατρίδας του. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία. Στα 11 χρόνια του χάνει τον πατέρα του και μόνον τότε πέφτει στα χέρια του το μαντολίνο - το οποίο στο μεταξύ έχει μετατραπεί από κάποιον ντόπιο οργανοποιό σε μπουζούκι.
Στα γυμνασιακά του χρόνια στα Τρίκαλα μαθαίνει παράλληλα βιολί, συμμετέχοντας με αυτό σε τοπικές εκδηλώσεις. Το μπουζούκι όμως, αν και χωρίς κοινωνική καταξίωση στη μικρή τοπική κοινωνία, τραβάει περισσότερο το ενδιαφέρον του. Τα πρώτα του τραγούδια τα γράφει σε ηλικία 15 χρονών. Στα τέλη του 1936 φευγει απο τα τρίκαλα για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομικά.

Για να συμπληρώσει τα έσοδά του δουλεύει παράλληλα σε ταβέρνες. Σε μια απ'αυτές γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο ο οποίος τον πηγαίνει σε μια δισκογραφική εταιρεία. Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια.Η "Αρχόντισσα" είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε αλλά μαζί μ'αυτό βρίσκουν θέση στη δισκογραφία τραγούδια όπως τα "Να γιατί γυρνώ", "Γι 'αυτά τα μαύρα μάτια σου" και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης. Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος Λαϊκού τραγουδιού το οποίο αποτείνεται στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το ρεμπέτικο τραγούδι που ενδιαφέρει ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών. Μ' αυτά απαντά στην λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά. Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τονπόλεμο όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. "Αχάριστη", "Μπαξέ τσιφλίκι", "Τα πέριξ", "Νύχτες μαγικές", "Ζητιάνος της αγάπης", "Ντερμπεντέρισσα" και βέβαια τη "Συννεφιασμένη Κυριακή". Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί. Η δεκαετία 1945 - 1955 είναι ίσως η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι' αυτόν. Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του : τη Μαρίκα Νίνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. "Είμαστε αλάνια", "Πήρα τη στράτα κι έρχομαι", "Χωρίσαμε ένα δειλινό", "Τρελός τσιγγάνος", "Πέφτουν της βροχής οι στάλες", "Όμορφη Θεσσαλονίκη", "Αντιλαλούνε τα βουνά", "Κάνε λιγάκι υπομονή", "Φάμπρικες", "Πέφτεις σε λάθη", "Καβουράκια", "Κάθε βράδυ λυπημένη", "Ξημερώνει και βραδιάζει", "Έλα όπως είσαι", είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του γι' αυτή την περίοδο. Κι ίσως θα' πρεπε να σημειώσουμε τόσο το μελωδικό πλούτο, όσο και τη δεξιοτεχνία στην απόδοση πολλών απ' αυτά τα τραγούδια. Χαρακτηριστικές οι εισαγωγές τους - που κάποτε είναι...τρείς : ταξίμι, προεισαγωγή, εισαγωγή - δείγματα ιδιαίτερης σπουδής και απίστευτης ευχέρειας στη μελωδική έκφραση.

Καθώς, μετά τα μέσα της δεκαετίας του '50, το σκηνικό στο λαϊκό τραγούδι πλατιάς αποδοχής αλλάζει και κυριαρχούν κάποιες αραβικές ή και ινδικές επιρροές, ο Τσιτσάνης προσπαθεί να εγκλιματιστεί χωρίς να εγκαταλείψει το προσωπικό του ύφος. Το ίδιο κάνει και σε επόμενες εποχές που η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αλλάζει ξανά.
Χωρίς ποτέ να αποδεχτεί κάποια απ' τις εποχιακές "μόδες", παρουσιάζει πάντα κάποια τραγούδια που μπορούν να προστεθούν στα κλασικά του, αν και ανήκουν σε νεότερα χρόνια κι έχουν επιρροές απ' τον κυρίαρχο ήχο αυτών. Τραγούδια του ερμηνεύουν ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης,ο Γαβαλάς, ο Αγγελόπουλος, η Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κι από κάποιο σημείο και κάτω, κατ' εξοχήν ο ίδιος. Απ' αυτά ν' αναφέρουμε ενδεικτικά : "Ίσως αύριο (1958), "Τα λιμάνια" (1962), "Τα ξένα χέρια"(1962), "Μείνε αγάπη μου κοντά μου"(1962), "Κορίτσι μου όλα για σένα"(1967), "Απόψε στις ακρογιαλιές"(1968), "Κάποιο αλάνι"(1968), "Της Γερακίνας γιός"(1975),"Δηλητήριο στη φλέβα"(1979). Το 1980 με πρωτοβουλία της UNESCO ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο "Χάραμα" - έτσι λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας του και της ζωής του. Σ' αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι.

Ο δίσκος αυτός με την έκδοσή του στην Γαλλία (1985) παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross. Όμως στο μεταξύ ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα. Το 1984, ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του (18 Ιανουαρίου), πεθαίνει στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου ύστερα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και 24 μέρες πρίν εμφανιζόταν κανονικά σε κέντρο και δούλευε καινούργια τραγούδια...

Προηγούμενες αναρτήσεις